.jpg)
Δεν πέρασε πολύς καιρός από την ημέρα που ο Ηρακλής μπήκε στην υπηρεσία του Βασιλιά Ευρυσθέα και ο ηγεμόνας τού ανέθεσε τον πρώτο από τους δώδεκα άθλους που θα τον έκαναν αθάνατο.
«Οι κάτοικοι της Νεμέας είναι τρομοκρατημένοι» ανακοίνωσε μια μέρα ο Βασιλιάς στον Ηρακλή. «Ένα λιοντάρι τριγυρίζει στην περιοχή και κατασπαράζει όποιον και ό,τι βρεθεί στο δρόμο του. Πρέπει να βοηθήσεις αυτούς τους ανθρώπους. Πήγαινε στη Νεμέα, αντιμετώπισε το τέρας και σκότωσε το» τον διέταξε ο Ευρυσθέας.
Το θηρίο αυτό ήταν παιδί του Τυφώνα και της 'Εχιδνας, τηε θεάς που ήταν μισή γυναίκα και μισή ερπετό.
Ο Ηρακλής ξεκίνησε οπλισμένος με ένα τόξο και το ρόπαλο του. Μόλΐς έφτασε στην περιοχή της Νεμέας, βάλθηκε να ψάχνει για το τρομερό λιοντάρι. Επειτα από λίγο ανακάλυψε τη φωλιά του και ετοιμάστηκε για τη μεγάλη μάχη.
Το λιοντάρι της Νεμέας
Η αιματηρή πάλη δεν άργησε ν' αρχίσει. Μόλις ο Ηρακλής είδε το θηρίο να πλησιάζει, άρχισε να ρίχνει εναντίον του βέλη. Το πρώτο βέλος πέτυχε το στόχο του, αλλά δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Το ίδιο συνέβη και με το δεύτερο και με το τρίτο... Έκπληκτος ο Ηρακλής έβλεπε ότι τα βέλη του χτυπούσαν το λιοντάρι, αλλά, χωρίς να προκαλέσουν έστω και μια γρατζουνιά, έσπαγαν και έπεφταν στο έδαφος.
Εν τω μεταξύ το λιοντάρι, ακόμα πιο αγριεμένο, πλησίαζε απειλητικά τον ήρωα. 0 Ηρακλής χωρίς να χάσει λεπτό πέταξε το τόξο του και άρπαξε το ρόπαλο του αποφασισμένος να χτυπήσει το θηρίο με όλη του τη δύναμη. Όμως και αυτό το όπλο αποδείχτηκε τελείως άχρηστο. Όσο κι αν ο Ηρακλής χτυπούσε το λυσσασμένο ζώο, δεν κατάφερνε τίποτα άλλο παρά να το αγριεύει ακόμα πιο πολύ.
0 ήρωας είδε πως δεν είχε άλλη επιλογή, Επρεπε να παλέψει σώμα με σώμα με το πελώριο θηρίο. Το ζώο όρμησε με μίσος στον ήρωα. 0 ατρόμητος Ηρακλής, όμως, δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω και πάλεψε με όλες του τις δυνάμεις. Έπειτα από μια ηρωική μάχη, ο γιος του Δία κατάφερε να αρπάξει το ζώο από το λαιμό και να το στραγγαλίσει με τα δυνατά χέρια του. Εξαντλημένος από την υπεράνθρωπη προσπάθεια, ο Ηρακλής έπεσε σε βαθύ ύπνο που κράτησε τριάντα ολόκληρες μέρες.
Μόλις ο ήρωας άνοιξε τα μάτια του και θυμήθηκε την πάλη του με το τρομακτικό ζώο, αποφάσισε να επιστρέψει αμέσως στον Ευρυσθέα και να του αποδείξει το θρίαμβο του. Όταν, όμως, έφτασε στην πόλη των Μυκηνών, ο βασιλιάς δεν ήταν εκεί για να τον υποδεχτεί. 0 δειλός Ευρυσθέας, μόλις είδε από μακριά τον Ηρακλή να πλησιάζει σέρνοντας πίσω του το πτώμα του λιονταριού, φοβήθηκε τόσο πολύ, που έστειλε έναν υπηρέτη του να προλάβει τον Ηρακλή πριν περάσει τα τείχη της πόλης.
«0 βασιλιάς είδε την απόδειξη της νίκης σου από το παλάτι του. Δε χρειάζεται να μπει αυτό το τέρας μέσα στην πόλης είπε ο αγγελιαφόρος του Ευρυσθέα στον περήφανο Ηρακλή.
Η λεοντή του Ηρακλή
Αυτό, λοιπόν, ήταν το «ευχαριστώ» του Ευρυσθέα προς τον Ηρακλή που εκτέλεσε τις διαταγές του βασιλιά και έσωσε την περιοχή της Νεμέας βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή του. Δε δόθηκε ούτε ένα δείπνο προς τιμήν του ήρωα, και ο Ηρακλής επέστρεψε στο σπίτι του και έγδαρε μόνος του το ζώο.
Αυτή, όμως, η δουλειά αποδείχτηκε πολύ χρήσιμη. 0 Ηρακλής από τότε φορούσε συνέχεια το δέρμα του ζώου, τη λεοντή, που τίποτα δεν τη διαπερνούσε. Και αντί για περικεφαλαία, φορούσε το κεφάλι του λιονταριού.
Η αγνωμοσύνη του Ευρυσθέα, όμως, δεν πέρασε απαρατήρητη. 0 Δίας, θυμωμένος με το βασιλιά, θέλησε να αποδώσει δικαιοσύνη, αλλά πάνω απ' όλα θέλησε να τιμήσει το γιο του γι' αυτή την πρώτη του νίκη.
«0 θρίαμβος του Ηρακλή θα χαραχτεί για πάντα στον ουρανό ώστε να θυμίζει στους ανθρώπους τη δόξα του!» ανακοίνωσε αποφασιστικά ο πατέρας των θεών. Έτσι, κατέταξε το λιοντάρι που είχε νικήσει ο γενναίος Ηρακλής στους αστερισμούς του ζωδιακού κύκλου· είναι ο γνωστός αστέρι σμός του Λέοντα.
Η Λερναία' Υδρα
Απογοητευμένος από την απίστευτη επιτυχία του Ηρακλή με το γιγάντιο λιοντάρι, ο Ευρυσθέας αποφάσισε να αναθέσει στον ήρωα την εξόντωση ενός ακόμα τρομακτικού τέρατος: της Λερναίας Ύδρας.
«0 δεύτερος άθλος που πρέπει να φέρεις σε πέρας είναι να σκοτώσεις τη Λερναία 'Υδρα, ένα ακόμα φοβερό τέρας, παιδί κι αυτό της τρομακτικής Έχιδνας. θα την αναγνωρίσεις αμέσως. Είναι ένα γλοιώδες ερπετό με εννιά κεφάλια!»
Η Λερναία Ύδρα ζούσε κοντά στην πόλη του Άργους, κρυμμένη σε μια σπηλιά στη λίμνη Λέρνα. Είχε εννέα κεφάλια, τα οκτώ με τη μορφή δράκου, ενώ το ένατο ήταν ανθρώπινο και αθάνατο. Όταν η γιγάντια Ύδρα έβγαινε από τη φωλιά της, περιπλανιόταν στις πόλεις και τα χωριά της Αργολίδας και κατέστρεφε περιουσίες και κοπάδια. Αν κάποιος άτυχος διαβάτης τύχαινε να βρεθεί μπροστά της, έπεφτε νεκρός από τη δηλητηριώδη αναπνοή της.
Το τέρας αυτό είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής, αλλά κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί του. Άλλωστε, ακόμα κι αν κάποιος κατάφερνε να κόψει ένα από τα κεφάλια της, στη θέση του φύτρωναν αμέσωε άλλα δύο, ακόμα πιο δυνατά και απειλητικά από το πρώτο.
Η φωτιά του Ιόλαου
0 Ηρακλής έφτασε στη Λέρνα με ακόλουθο τον ανιψιό του Ιόλαο. Οταν ανακάλυψαν τη φωλιά της, ο Ηρακλής άρχισε να εκτοξεύει φλεγόμενα βέλη μέσα στη σπηλιά για να τρομάξει το τέρας και να το αναγκάσει να φανερωθεί.
Πράγματι, σε λίγη ώρα έκανε την εμφάνιση του το αποκρουστικό αυτό πλάσμα. Πίσω του ακολουθούσε ένα τεράστιο καβούρι. Η επίθεση του θηρίου ήταν γρήγορη. Με ένα απότομο τίναγμα ακινητοποίησε τον Ηρακλή κι ενώ πλησίαζε τα κεφάλια της για να τον σκοτώσει, το τεράστιο καβούρι τού πλήγωνε με τι ε δαγκάνες του τα πόδια.
0 γενναίος, όμως, γιος του Δια δε δείλιασε. Σκότωσε χωρίε δισταγμό πρώτα το καβούρι και έπειτα προσπάθησε να γλιτώσει από το τεράστιο τέρας που τον είχε παγιδεύσει με το φιδίσιο σώμα του. Κατάφερε να καρφώσει κάμποσες φορές το ξίφος του στη σάρκα της Λερναίας Ύδρας, αλλά, όταν προσπάθησε να κόψει τα κεφάλια της, ανακάλυψε πως, κάθε φορά που ένα κεφάλι έπεφτε στο έδαφοε, άλλα δύο νέα φύτρωναν και τον απειλούσαν.
Ευτυχώς, πάνω στη στιγμή που ο Ηρακλής θα έπεφτε σίγουρα θύμα τηε καταστροφικής μανίας της Ύδρας, είχε μια φαεινή ιδέα. θυμήθηκε την Αθηνά και τιε οδηγιες που του είχε δώσει λίγο πριν φύγει για την εκτέλεση αυτού του άθλου, όταν τον είχε δει να περπατά καμαρωτός και σίγουρος για τη νίκη του.«θυμήσου» του είχε πει «μόνο με τη φωτιά θα μπορέσεις να νικήσεις τα κεφάλια της Ύδρας που ξαναγεννιούνται». Τότε ο Ηρακλής ζήτησε από τον Ιόλαο να του φέρει ένα μεγάλο αναμμένο δαυλό.
«Μόλις εγώ κόβω ένα κεφάλι, εσύ αμέσως θα καίς την πληγή με το δαυλό» τον διέταξε.
Η μάχη ήταν σκληρή και εξοντωτική, αλλά στο τέλος οκτώ κεφάλια, το ένα μετά το άλλο, έπεσαν στο έδαφος και στη θέση τους το μόνο που υπήρχε ήταν οι κατακόκκινες φλόγες από το δαυλό του Ιόλαου. Τώρα, δεν έμενε στον Ηρακλή παρά να κόψει και το τελευταίο κεφάλι, το αθάνατο.
Η Ύδρα είχε πλέον νικηθεί και δεν μπορούσε να αντιδράσει. Είχε χάσει όλες τις δυνάμεις της.
Με ένα αποφασιστικό χτύπημα ο Ηρακλής έκοψε και το τελευταίο κεφάλι, το ανθρώπινο. Αντί για αίμα, από την πληγή έτρεξε δηλητήριο, στο οποίο ο ήρωας βούτηξε τα Βέλη του κάνοντάς τα δηλητηριώδη. Επειτα τα έβαλε στο σακίδιο του, μαζί με τα όπλα του, για να τα χρησιμοποιήσει μόνο σε περίπτωση απόλυτης ανάγκης. Πριν αναχωρήσουν για τις Μυκήνες, ο Ηρακλής και ο Ιόλαος έθαψαν όλα τα κεφάλια του τέρατος κάτω από έναν τεράστιο βράχο σε ένα μυστικό σημείο που κανείς ποτέ δε θα μπορούσε να φτάσει.
Έπειτα από αυτή την αναμέτρηση, η Ήρα αποφάσισε να πάρει το γιγάντιο καβούρι που συνόδευε τη Λερναία Ύδρα και να το ανεβάσει στον ουρανό, δίπλα στο Λέοντα, για να το μεταμορφώσει στον αστερισμό του Καρκίνου.
Το ελάφι της Κερύνειας
0 Ευρυσθέας δε θέλησε να αναγνωρίσει τη νίκη του Ηρακλή στο δεύτερο αυτό άθλο, μιας και, όπως είπε, δεν ήταν μόνος του, αλλά είχε τη βοήθεια του Ιόλαου. Στην πραγματικότητα, αυτό ήταν απλώς μια δικαιολογία για να μπορέσει σύντομα να τον στείλει σε μια ακόμα αποστολή, μακριά από τον ίδιο και την πόλη του.
«Πρέπει να φέρετε στιε Μυκήνες ένα ακόμα λάφυρο. Αυτή, όμως, τη φορά το θέλω ζωντανό!» τον διέταξε ο βασιλιάς με αλαζονεία.
0 νέοε άθλος του Ηρακλή αφορούσε το ελάφι τηε Κερύνειας, ένα υπέροχο ζώο με κέρατα από χρυσάφι και χάλκινες οπλές. Το ελάφι τριγυρνούσε στους βράχους της Κερύνειας, σε μια αφιλόξενη περιοχή τηε Αρκαδίας, και μερικές φορές πλησίαζε τα χωράφια των κατοίκων και κατέστρεφε τιε σοδειές τουε. 0 λόγος, όμως, που ο Ευρυσθέας ανέθεσε στον Ηρακλή να πιάσει το σπάνιο ελάφι ήταν άλλος. 0 βασιλιάς γνώριζε πωε το ζώο αυτό ήταν μοναδικό σε όλο τον κόσμο, καθώε είχε ολόχρυσα κέρατα!
Λέγεται μάλιστα ότι στην πραγματικότητα η ελαφίνα αυτή ήταν μια γυναίκα, την οποία η Αρτεμη είχε τιμωρήσει μεταμορφώνοντάς τη σε ελαφίνα, επειδή είχε τολμήσει να ερωτευτεί τον Δία.
0 Ευρυσθέας, λοιπόν, επιθυμούσε με κάθε θυσία να αποκτήσει αυτό το εξαίσιο πλάσμα! Αλλωστε, δεν είχε πάψει να ελπίζει πως σε κάποια από τις δοκιμασίες ο Ηρακλής μπορεί και να έχανε τη ζωή του.
Το κυνήγι του ελαφιού
0 βασιλιάς των Μυκηνών ήξερε καλά πως, αν η ελαφίνα ένιωθε ότι κινδυνεύει, θα έτρεχε για να σωθεί διασχίζοντας κακοτράχαλα και βραχώδη εδάφη και φτάνοντας σε μέρη άγνωστα και επικίνδυνα. Αυτό που ο Ευρυσθέας δεν μπορούσε να φανταστεί ήταν πωε, στην προσπάθεια τηε να γλιτώσει, θα έφτανε ωε τα σύνορα του Κάτω Κόσμου, εκεί όπου βασιλεύει το σκοτάδι κι ο θάνατος, εκεί απ' όπου κανείε θνητός δεν επέστρεψε ποτέ.
Κυνηγώντας, λοιπόν, το πολύτιμο ελάφι ο Ηρακλής διέσχισε όλη την Αρκαδία. Πέρασε κοιλάδες, Βουνά, λόφους και πεδιάδες και έφτασε σε μέρη μακρινά και άγνωστα.
Τέλος, έπειτα από έναν ολόκληρο χρόνο ο Ηρακλής κατάφερε να πλησιάσει την ελαφίνα. Το σπάνιο ζώο προσπαθούσε να διασχίσει το ποτάμι που χώριζε τον κόσμο των ζωντανών από το βασίλειο του Άδη. 0 ήρωας, χωρίς να χάσει λεπτό, έριξε ένα βέλος και πλήγωσε ελαφρά το ελάφι στο πόδι. Έπειτα, καθώς εκείνο δεν μπορούσε να τρέξει, το πλησίασε και με ήρεμες κινήσεις έδεσε τα πόδια του και μετά το φόρτωσε στην πλάτη του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής του.
Ο Ερυμάνθιος κάπρος
Το όρος Ερύμανθος ήταν ιερό και αφιερωμένο στην Άρτεμης, την θεά
του κυνηγιού. Όμως η θεά ήταν ευέξαπτη και πολύ συχνά θύμωνε με τους
θνητούς και ιδιαίτερα με τους βασιλιάδες όταν αυτοί δεν την τιμούσαν
όπως της άξιζε. Κάθε φορά που η Άρτεμης οργιζόταν με τουε ανθρώπους,
έστελνε έναν πελώριο άγριοχοίρο που κατέστρεφε τα σπίτια και τα χωράφια
τους.Απελπισμένοι οι κάτοικοι τηε περιοχής που έβλεπαν κάθε τόσο τιε σοδειές τους να καταστρέφονται, επισκέφτηκαν τον Ευρυσθέα για να ζητήσουν Βοήθεια.
«Να ο επόμενος άθλος σου, Ηρακλή» είπε ο βασιλιάς στον ήρωα. «Σε διατάζω να αιχμαλωτίσετε αυτό το άγριο ζώο και να μου το φέρετε εδώ, στιε Μυκήνες, ζωντανό».
Στην πραγματικότητα, οι χωρικοί θα ήταν ικανοποιημένοι αν ο Ηρακλής απλώς σκότωνε τον αγριόχοιρο, αλλά ο Ευρυσθέας προσπάθησε για μια ακόμα φορά να κάνει τον άθλο πιο δύσκολο για το δύστυχο Ηρακλή. Είχε ακόμα την ελπίδα πως αυτή η δοκιμασία θα ήταν και η τελειωτική και πως ο γενναίος άνδρας θα έπεφτε νεκρός από την επίθεση του θηρίου.
Για να φτάσει στο όρος Ερύμανθος, ο Ηρακλής έπρεπε να διασχίσει την περιοχή στην οποία κατοικούσαν οι Κένταυροι.
Οι Κένταυροι ήταν παράξενα πλάσματα, μισοί άνθρωποι και μισοί άλογα. 'Ένας από αυτούς, ο Φόλος, που είχε ακούσει τις φήμες για τον ατρόμητο Ηρακλή, θέλησε να τον γνωρίσει από κοντά και τον κάλεσε να περάσει μια νύχτα στη σπηλιά του.
«Σύντροφοι, σήμερα έχουμε κοντά μας ένα δοξασμένο άνδρα, τον Ηρακλή, ατρόμητο πολεμιστή και τιμημένο ήρωα. θέλω να υψώσω το ποτήρι μου και να πιω στην υγειά του και στην καλοτυχία του μιας και πρέπει να πετύχει ένα ακόμα δύσκολο κατόρθωμα!» είπε ο Φόλος στους άλλους Κενταύρους.
Και λέγοντας αυτά τα λόγια, άνοιξε ένα μεγάλο ασκί με κρασί και ήπιε νια να ευχηθεί καλή τύχη στον καλεσμένο του.
Η μάχη με τους Κένταυρους
Οι Κένταυροι, που δεν ήταν συνηθισμένοι να πίνουν
κρασί, δεν άργησαν να μεθύσουν από το γλυκό πιοτό και ζαλισμένοι
άρχισαν να διαφωνούν για διάφορα ασήμαντα πράγματα. Οι διαφωνίες
γρήγορα έγιναν καβγάς και λίγο αργότερα ο καβγάς μετατράπηκε σε βίαιη
σύγκρουση που εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την περιοχή.
0 Ηρακλής βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα στους μαινόμενους Κενταύρους ανήμπορος να γλιτώσει από τα χτυπήματα τους. Και αυτή η αναπάντεχη μάχη εξελίχθηκε για τον Ηρακλή σε τραγωδία.
Πα να αμυνθεί από τα ανελέητα χτυπήματα των Κενταύρων, ο ήρωας τραυμάτισε χωρίς να το θέλει με ένα από τα δηλητηριώδη Βέλη του το Χείρωνα, έναν από τουε δασκάλους που είχε όταν ήταν νεαρός. Έπειτα από αρκετές ώρες φρικτών πόνων, ο Χείρωνας ξεψύχησε στην αγκαλιά του μαθητή του.
Την ίδια τύχη είχε και ο ευγενικός Φόλος, που, παρακινημένος από την περιέργεια του πήρε ένα από τα βέλη του Ηρακλή και καθώς το περιεργαζόταν τρυπήθηκε και πέθανε από το δηλητήριο. Την ώρα που έθαβε τουε δύο τιμημένουε Κενταύρους, ο Ηρακλής, για πρώτη φορά στη ζωή του, ένιωσε καυτά δάκρυα να κυλάνε στα μαγουλά του και λυγμούς να συνταράζουν το κορμί του.
«Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως με τα ιδιά μου τα χέρια θα μπορούσα και πάλι να προκαλέσω κακό σε αυτούς που μου είναι τόσο αγαπητοί. Δεν μπορώ να πιστέψω πωε πάλι έβλαψα αυτούε που αγαπώ, όπως είχα κάνει τότε που τρελαμένος έστρεψα τα όπλα μου ενάντια στα ίδια τα παιδιά και τη γυναίκα μου» έλεγε απελπισμένος ο ήρωας.
0 Ηρακλής βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα στους μαινόμενους Κενταύρους ανήμπορος να γλιτώσει από τα χτυπήματα τους. Και αυτή η αναπάντεχη μάχη εξελίχθηκε για τον Ηρακλή σε τραγωδία.
Πα να αμυνθεί από τα ανελέητα χτυπήματα των Κενταύρων, ο ήρωας τραυμάτισε χωρίς να το θέλει με ένα από τα δηλητηριώδη Βέλη του το Χείρωνα, έναν από τουε δασκάλους που είχε όταν ήταν νεαρός. Έπειτα από αρκετές ώρες φρικτών πόνων, ο Χείρωνας ξεψύχησε στην αγκαλιά του μαθητή του.
Την ίδια τύχη είχε και ο ευγενικός Φόλος, που, παρακινημένος από την περιέργεια του πήρε ένα από τα βέλη του Ηρακλή και καθώς το περιεργαζόταν τρυπήθηκε και πέθανε από το δηλητήριο. Την ώρα που έθαβε τουε δύο τιμημένουε Κενταύρους, ο Ηρακλής, για πρώτη φορά στη ζωή του, ένιωσε καυτά δάκρυα να κυλάνε στα μαγουλά του και λυγμούς να συνταράζουν το κορμί του.
«Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως με τα ιδιά μου τα χέρια θα μπορούσα και πάλι να προκαλέσω κακό σε αυτούς που μου είναι τόσο αγαπητοί. Δεν μπορώ να πιστέψω πωε πάλι έβλαψα αυτούε που αγαπώ, όπως είχα κάνει τότε που τρελαμένος έστρεψα τα όπλα μου ενάντια στα ίδια τα παιδιά και τη γυναίκα μου» έλεγε απελπισμένος ο ήρωας.
Η αιχμαλωσία του αγριόχοιρου
Αφού ο πόλεμος ανάμεσα στους Κενταύρους τελείωσε, ο Ηρακλής πήρε και πάλι το δρόμο για το όρος Ερύμανθος. Έπειτα από μερικές ημέρες πεζοπορίας έφτασε στον προορισμό του και είδε το βουνό σκεπασμένο με χιόνι. Παρά το κρύο και το χιόνι, ο ήρωας άρχισε αμέσως το κυνήγι και έπειτα από πολλή προσπάθεια κατάφερε να αιχμαλωτίσει τον πελώριο αγριόχοιρο. Τον φορτώθηκε κι αυτόν στη γερή πλάτη του και ξεκίνησε για τις Μυκήνες. Όταν ο Ευρυσθέας έμαθε πως ο Ηρακλής είχε πάρει το δρόμο της επίστροφής για μια ακόμα φορά νικητής, έτρεξε αμέσως να κρυφτεί στο μυστικό του καταφύγιο. Αυτή τη φορά, όμως, ο ήρωας δε θα ανεχόταν τη δειλία του βασιλιά. Αφού έψαξε όλο το παλάτι για αρκετή ώρα, ανακάλυψε τον τρεμάμενο βασιλιά κρυμμένο σε ένα μεγάλο μπρούντζινο πιθάρι.
«Σε παρακαλώ, Ηρακλή» τον ικέτεψε ο άναδρος βασιλιάς «πάρε αυτό το θηρίο μακριά μου. Δε θέλω να το δω και δεν πρόκειται να βγω από εδώ αν πρώτα δεν το σκοτώσειε».
Έτσι ο Ηρακλής, που είχε περπατήσει πολλά χιλιόμετρα με το θηρίο οχις πλάτες του, αναγκάστηκε για άλλη μια φορά να υπακούσει τις διαταγές του φοβητσιάρη βασιλιά και να σκοτώσει τον αγριόχοιρο.
Οι Στυμφαλίδες όρνιθες
Σε μια μακρινή περιοχή της Αρκαδίας απλωνόταν η λίμνη Στυμφαλία και γύρω της ένα πυκνό δάσος. Εκεί, πάνω στα δέντρα ζούσαν χιλιάδες τερατώδη πουλιά με νύχια, ράμφη και φτερά από χαλκό.
Λεγόταν μάλιστα πως κάθε φορά που πετούσαν στον ουρανό τα πουλιά αυτά επικοινωνούσαν με τον Κάτω Κόσμο. Και πράγματι, πολύ συχνά τα τεράστια αυτά πλάσματα πετούσαν μαζί σε σμήνη και σκοτείνιαζαν τον ουρανό με τα πελώρια μεταλλικά φτερά τους.
Σύμφωνα με το μύθο, πι πουλιά αυτά ανήκαν στον Άρη, τον τρομερό θεό του πολέμου, ο οποίος τα χρησιμοποιούσε για να καταστρέφει τις σοδειές και να εξοντώνει τους ανθρώπους. Τα πουλιά τρέφονταν με ανθρώπινες σάρκες και για να
βρουν τροφή χρησιμοποιούσαν τα μυτερά ράμφη τους. Με αυτά τραυμάτιζαν θανάσιμα τα θύματα τους και μετά με τα χάλκινα νύχια τους έσκιζαν τις σάρκες τους.
Αυτή, λοιπόν, ήταν μια ιδανική δοκιμασία για τον ατρόμητο Ηρακλή και ο Ευρυσθέας αποφάσισε να του την αναθέσει χωρίε δεύτερη σκέψη. «Ηρακλή, αφού επέστρεψες θριαμβευτής από όλες τις δοκιμασίες που σου ανέθεσα μέχρι σήμερα, θα ήθελα να αναλάβεις άλλη μία, για την οποία, αν τα καταφέρεις, θα σου είμαι αιώνια ευγνώμων.
Πρέπει να απελευθερώσεις εμένα και το λαό μου από τα φοβερά πουλιά που κατοικούν στην περιοχή της Στυμφαλίας. Δεν μπορώ να ανεχτώ την παρουσία τους εκεί. Κάθε φορά που πετούν στον ουρανό, νιώθω το θάνατο να με απειλεί».
0 Ηρακλής, υπακούοντας και πάλι στίς διάταγές του βασιλιά, πήγε στη Στυμφαλία, ανέβηκε ένα ύψωμα και άρχισε να χτυπά τα χάλκινα κρόταλα που του είχε δωρίσει η Αθηνά. Τρομοκρατημένα τα πουλιά από τον παράξενο ήχο, πετάχτηκαν από τις φωλιές τους και άρχισαν να πετούν σαστισμένα στον ουρανό. Εκείνη τη στιγμή ο Ηρακλής πήρε το τόξο και με τα βέλη του σκότωσε τα τερατώδη πτηνά που έπεφταν ένα ένα νεκρά στο χώμα.
Ως απόδειξη του κατορθώματός του ο Ηρακλής έφερε στο παλάτι ίου βασιλιά τα πτώματα των σαρκοφάγων πουλιών, περιμένοντας πως αυτή τη φορά θα γινόταν δεκτός με τις τιμές που αρμόζουν σε ένα νικητή.
Φυσικά, για άλλη μια φορά ο Ευρυσθέας είχε ξεχάσει τελείως την υπόσχεση που του είχε δώσει και παρέμεινε κρυμμένος στο παλάτι του για μέρες χωρίς να πει λέξη στον ατρόμητο ήρωα.
Οι σταύλοι του Αυγεία
0 Αυγείας ήταν ο βασιλιάς της 'Ηλιδας, που βρισκόταν στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου. 0 ηγεμόνας αυτός ήταν γιος του Ήλιου και είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του πάρα πολλά κοπάδια.
0 βασιλιάς δεν είχε αναθέσει ποτέ σε κανένα να καθαρίσει τους στάβλους όπου ζούσαν τα κοπάδια του. Ετσι, η κοπριά που είχε συγκεντρωθεί από τα χιλιάδες ζώα μόλυνε όλη την περιοχή και προκαλούσε ένα σωρό αρρώστιες στους κατοίκους της. Για το λόγο αυτό, ο Ευρυσθέας διέταξε τον Ηρακλή να πάει στην 'Ηλιδα και να καθαρίσει τόυε βρομερούς στάβλους του Αυγεία. Αυτός θα ήταν και ο έκτος άθλος του.
«Να θυμάσαι πως δεν πρέπει να σε βοηθήσει κανένας και κυρίως πως θα πρέπει να κάνει ε αυτό το κατόρθωμα σε μία μόνο μέρα. Μέχρι τη δύση του ήλιου θέλω να έχετε επιστρέψει στις Μυκήνες!» διέταξε ο βασιλιάς.
Όταν έφτασε στο βασίλειο του Αυγεία, ο Ηρακλής πηγε στον Αυγεία και του πρόσφερε τις υπηρεσίες του με αντάλλαγμα το ένα δέκατο των κοπαδιών του. 0 βασιλιάς σκέφτηκε για λίγο και τελικά δέχτηκε την προσφορά, αφού στο κάτω κάτω δεν είχε και τίποτα να χάσει. Η συμφωνία ανάμεσα στον Αυγεία και τον Ηρακλή έγινε μπροστά στο νεότερο γιο του βασιλιά, το Φυλέα, και, μόλιε οι δύο άνδρες έδωσαν τα χέρια, ο ήρωας έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά.
Έπειτα από μερικές ώρες σκληρής και κουραστικής δουλειάς, ο Ηρακλής κατάλαβε πως δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τον άθλο του σε μία μόνο μέρα. Έτσι, έπειτα από σκέψη αποφάσισε να κάνει κάτι πολύ πιο αποτελεσματικό.
Με την υπεράνθρωπη δύναμη του άνοιξε μια τρύπα στον τοίχο των στάβλων. Έπειτα με πρόχειρα φράγματα έστρεψε τη ροή των δύο γειτονικών ποταμών, του Αλφειού και του Πηνειού, προς τους στάβλους και άφησε τα ορμητικά νερά τους να τρέξουν μέσα. Σε λίγη ώρα και πολύ πριν την ορισμένη προθεσμία, τα νερά των ποταμών είχαν παρασύρει όλες τις ακαθαρσίες και οι στάβλοι ήταν πεντακάθαροι.
Όταν, όμως, ο Ηρακλής παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά για να ζητήσει τη συμφωνημένη αμοιβή, πήρε μια απογοητευτική απάντηση.
«Μπορεί να έκανες αυτό που υποσχέθηκες σε μία μόνο μέρα, αλλά εγώ δεν έχω σκοπό να σε ανταμείψω γι' αυτό. Έχετε έναν αφέντη και αυτός σε έστειλε εδώ. Γύρνα αμέσως στο βασιλιά σου και μην τολμήσεις να ξαναπατήσεις το πόδι σου στην 'Ηλιδα» του είπε με ασέβεια ο Αυγείας.
Ο Ηρακλής έφυγε από την 'Ηλιδα οργισμένος και ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση για την ατιμία του βασιλιά. Επιστρέφοντας στίς Μυκήνες, η απογοήτευση και η οργή του μεγάλωσαν, μιας και ο Ευρυσθέας, όπως συνήθως, δεν έδειξε την παραμικρή ένδειξη ευγνωμοσύνης.
«Σε πλήρωσε ο Αυγείας για τις υπηρεσίες σου;» ρώτησε ειρωνικά ο ασεβής βασιλιάς. «Ελπίζω να το έκανε, γιατί από εμένα δεν πρόκειται να λάβεις τίποτα, αγαπητέ Ηρακλή!» Ο ήρωας ένιωσε προδομένος. Είχε πια καταλάβει πως ο Ευρυσθέας δεν είχε σκοπό να αναγνωρίσει καμία από τις γενναίες πράξεις του ούτε να του δείξει ποτέ ευγνωμοσύνη. Ηταν, όμως, αποφασισμένος να παραμείνει στην υπηρεσία του άθλιου αυτού ηγεμόνα ώστε να εκπληρώσει και τους δώδεκα άθλους. Έπειτα, χωρίε καμία θλίψη θα άφηνε για πάντα το βασίλειο των Μυκηνών.
Ο ταύρος του Μίνωα
Ο Μίνωας, ο βασιλιάς της Κρήτης, έπρεπε να πείσει τους αδελφούς του πως ήταν ο μόνος νόμιμος κληρονόμος του θρόνου. Εκείνοι, όμως, τον αμφισβητούσαν και έτσι ο Μίνωας έπρεπε να αποδείξει πως αυτός ήταν ο εκλεκτός των θεών και άρα ο μόνος νόμιμος βασιλιάς.
«θα ζητήσω από τον Ποσειδώνα ένα θεϊκό δώρο και θα δείτε πωε οι Ολύμπιοι θεοί, που μόνο εμένα αναγνωρίζουν ως Βασιλιά της Κρήτης και απόλυτο ηγεμόνα του νησιού, θα ικανοποιήσουν αμέσως την επιθυμία μου» τους είπε με σιγουριά.
Έτσι ο Μίνωας προσευχήθηκε στον Ποσειδώνα, το θεό της θάλασσας, και του ζήτησε κάτι πραγματικά εκπληκτικό!
«Άρχοντα τηε θάλασσας, σε ικετεύω, κάνε το θαύμα σου! Κάνε να γεννηθεί μέσα από τα γαλανά νερά της θάλασσας ένας κάτασπρος ταύρος! Ως αντάλλαγμα γι'αυτή τη γενναιοδωρία σου υπόσχομαι πως θα τον θυσιάσω αμέσως στο βωμό σου!
Μόλΐς, όμως, ο Μίνωας αντίκρισε τον ολόλευκο ταύρο να ξεπροβάλει περήφανοε μέσα από τα αφρισμένα κύμαια, ξέχασε την υπόσχεση που είχε δώσει στο θεό και αποφάσισε να κρατήσει το θαυμάσιο αυτό ζώο για τον εαυτό του. Για να εξευμενίσει, όμως, τον Ποσειδώνα, θυσίας προς τιμήν του ένα άλλο ζώο, λιγότερο όμορφο και δυνατό. 0 Ποσειδώνας, όμως, δεν ικανοποιήθηκε από αυτή τη θυσία. 0 βασιλιά του είχε τάξει το λεύκο ταύρο κι όχι ένα οποιοδήποτε ζώο.
Τα άλογα του Διομήδη
0 Ηρακλής είχε καταφέρει για πρώτη φορά να εκδικηθεί το δετλό' Ευρυσθέα. Για να του το ανταποδώσει, όμως, ο βαστλτάς, του ανακοίνωσε την επόμενη δοκιμασία.
«Για να δούμε αυτή τη φορά πώς θα τα καταφέρετε με τα ατίθασα, φτερωτά άλογα του Διομήδη. θέλω να τα αιχμαλωτίσετε και να μου τα φέρετε. Αυτά τα άλογα πρέπει να γίνουν δικά μου!» του είπε.
Από όλους τους άθλους που είχε αναλάβει να φέρες σε πέρας ο Ηρακλής, αυτός ήταν ο πτο δύσκολος και ο πιο επτκίνδυνος.
0 Διομήδης ήταν γιος του Άρη, του θεού του πολέμου. Ηταν ένας άνδρας βίαιος κατ σκληρός, και ο λαός του, οι θράκες, ήταν τόσο άγριοι και άξεοτοι όσο και ο βασιλιάς τους. Τα τέσσερα άλογα του ο Διομήδης τα κρατούσε πάντα δεμένα με χοντρές στδερέντες αλυσίδες, ενώ τα τάιζε μόνο με ανθρώπτνο κρέας. Τις περτσσότερες φορές τροφή γτα τα ανθρωπόφαγα αυτά άλογα γίνονταν οτ άτυχοι ναυττκοί που κατέληγαν έπειτα από ναυάγτα στα παράλτα του βαστλείου του Δτομήδη.
Γτα να ατχμαλωτίσει τα ατίθασα αυτά άλογα, ο Ηρακλής κατέστρωσε ένα σχέδτο.
"Για να είναι τα ζώα αυταίρεμα, πρέπει να είναι και χορτάτα" σκέφτηκε ο ήρωας. "Και τι καλύτερο θα μπορούσα να τους προσφέρω από το κρέας του ανθρώπου που τα κρατά αιχμάλωτα;"
Έτσι αποφάσισε να επιτεθεί στον ίδιο το Διομήδη. Επειτα από μια αιματηρή και βίαιη μάχη, ο γιος του Δία νίκησε το βασιλιά και έριξε το πτώμα του στα πεινασμένα άλογα του για να τραφούν.
Πριν απελευθερώσει τα ζώα από τιε βαριές σιδερένιες αλυσίδες, τους έδωσε μια υπόσχεση.
«Επιτέλους, θα πάψετε να είστε αιχμάλωτα, περήφανα ζώα. Και τώρα ακολουθήστε με. θα σας οδηγήσω σε μια χώρα όπου θα μπορείτε να ζείτε ελεύθερα αλλά με τιμή και σεβασμό από όλους».
Έτσι, τα άλογα πέταξαν προς τις Μυκήνες με τον ατρόμητο Ηρακλή περήφανο στην πλάτη τους.
0 Ευρυσθέας, αφού θαύμασε την αλλόκοτη ομορφιά των μοναδικών αυτών αλόγων, τα θυσίασε στην Ήρα, που τα έκανε αθάνατα.
0 Ηρακλής είχε καταφέρει για πρώτη φορά να εκδικηθεί το δετλό' Ευρυσθέα. Για να του το ανταποδώσει, όμως, ο βαστλτάς, του ανακοίνωσε την επόμενη δοκιμασία.
«Για να δούμε αυτή τη φορά πώς θα τα καταφέρετε με τα ατίθασα, φτερωτά άλογα του Διομήδη. θέλω να τα αιχμαλωτίσετε και να μου τα φέρετε. Αυτά τα άλογα πρέπει να γίνουν δικά μου!» του είπε.
Από όλους τους άθλους που είχε αναλάβει να φέρες σε πέρας ο Ηρακλής, αυτός ήταν ο πτο δύσκολος και ο πιο επτκίνδυνος.
0 Διομήδης ήταν γιος του Άρη, του θεού του πολέμου. Ηταν ένας άνδρας βίαιος κατ σκληρός, και ο λαός του, οι θράκες, ήταν τόσο άγριοι και άξεοτοι όσο και ο βασιλιάς τους. Τα τέσσερα άλογα του ο Διομήδης τα κρατούσε πάντα δεμένα με χοντρές στδερέντες αλυσίδες, ενώ τα τάιζε μόνο με ανθρώπτνο κρέας. Τις περτσσότερες φορές τροφή γτα τα ανθρωπόφαγα αυτά άλογα γίνονταν οτ άτυχοι ναυττκοί που κατέληγαν έπειτα από ναυάγτα στα παράλτα του βαστλείου του Δτομήδη.
Γτα να ατχμαλωτίσει τα ατίθασα αυτά άλογα, ο Ηρακλής κατέστρωσε ένα σχέδτο.
"Για να είναι τα ζώα αυταίρεμα, πρέπει να είναι και χορτάτα" σκέφτηκε ο ήρωας. "Και τι καλύτερο θα μπορούσα να τους προσφέρω από το κρέας του ανθρώπου που τα κρατά αιχμάλωτα;"
Έτσι αποφάσισε να επιτεθεί στον ίδιο το Διομήδη. Επειτα από μια αιματηρή και βίαιη μάχη, ο γιος του Δία νίκησε το βασιλιά και έριξε το πτώμα του στα πεινασμένα άλογα του για να τραφούν.
Πριν απελευθερώσει τα ζώα από τιε βαριές σιδερένιες αλυσίδες, τους έδωσε μια υπόσχεση.
«Επιτέλους, θα πάψετε να είστε αιχμάλωτα, περήφανα ζώα. Και τώρα ακολουθήστε με. θα σας οδηγήσω σε μια χώρα όπου θα μπορείτε να ζείτε ελεύθερα αλλά με τιμή και σεβασμό από όλους».
Έτσι, τα άλογα πέταξαν προς τις Μυκήνες με τον ατρόμητο Ηρακλή περήφανο στην πλάτη τους.
0 Ευρυσθέας, αφού θαύμασε την αλλόκοτη ομορφιά των μοναδικών αυτών αλόγων, τα θυσίασε στην Ήρα, που τα έκανε αθάνατα.
Η ζώνη της Ιππολύτης
Μετά την επιτυχία του Ηρακλή στον όγδοο και πιο επικίνδυνο άθλο του,ο Ευρυσθέας βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Δεν ήξερε τι άλλο να αναθέσει στον ανίκητο Ηρακλή. Αποφάσισε, λοιπόν, να ζητήσει από το γιο του Δία να πραγματοποίηση μια επιθυμία της κόρης του
Αδμήτης που του την είχε εκφράσει εδώ και καιρό. Η πριγκίπισσα ήθελε να αποκτήσει τη ζώνη της Ιππολύτης, της βασίλισσας των Αμαζόνων.
Έτσι, ο Ευρυσθέας έστειλε τον Ηρακλή στον Πόντο, στα βόρεια παράλια της Μικράς Ασίας, όπου κατοικούσαν οι φοβερές Αμαζόνες.
Αυτή τη φορά, όμως, ο προνοητικός ήρωας, καταλαβαίνοντας πως η αναμέτρηση του με τις Αμαζόνες σίγουρα θα κατέληγε σε αιματηρή μάχη, συγκέντρωσε μια ομάδα γενναίων στρατιωτών για να τον συνοδεύσουν.
Οι Αμαζόνες ήταν μια φυλή φιλοπόλεμων γυναικών. Ανάμεσα τους δεν επιτρεπόταν η παρουσία ανδρών λέγεται μάλιστα ότι σκότωναν αμέσως τα αγόρια που γεννούσαν. Και για να δευκολύνονται στη χρήση του τόξου οι ατρόμητες αυτές γυναίκες έκοβαν το δεξί τους στήθος.
Η πιο γενναία από τιε Αμαζόνες ήταν η βασίλισσα τους, η Ιππολύτη. 0 πατέρας της, ο Άρης, της είχε δωρίσει μια υπέροχη ζώνη, σύμβολο της δύναμης και τηε εξουσίας της.
Έπειτα από ένα μακρύ ταξίδι, ο Ηρακλής και οι σύντροφοι του έφτασαν στον Πόντο. Εκεί, οι Αμαζόνες, παραμερίζοντας για λίγο το μίσος που ένιωθαν για τους άνδρες, υποδέχτηκαν την ομάδα του Ηρακλή με τις τιμές και το σεβασμό που αρμόζει σε όλους τους τιμημένους πολεμιστές. Η φήμη των κατορθωμάτων του Ηρακλή είχε φτάσει από καιρό στη χώρα των Αμαζόνων και οι ιστορίες για τους περιβόητους άθλους του είχαν γίνει θρύλος.
Η ζήλια της Ήρας
Η Ιππολύτη φιλοξένησε τον Ηρακλή και τους συντρόφους του στο παλάτι της και κατά τη διάρκεια του δείπνου που οργάνωσε προς τιμήν τους ρώτησε το φημισμένο ήρωα ποιοε ήταν ο λόγος που τους είχε φέρει στη χώρα τουε.
«Ήρθα εδώ για να ικανοποιήσω την επιθυμία τηε Αδμήτης, της μικρής κόρης του βασιλιά Ευρυσθέα» απάντησε ο ήρωας. «Και μιας και εσύ είσαι από τη μοίρα γεννημένη για να βασιλεύεις, θα ήθελα να μου προσφέρετε ωε δώρο την πολύτιμη ζώνη σου που είναι σύμβολο βασιλικής δύναμης».
Η Ιππολύτη, χωρίς να φέρει καμία αντίρρηση, έβγαλε τη ζώνη από τη μέση τηε και την άφησε στα χέρια του Ηρακλή. Αλλωστε, ο φιλοξενούμενος θεωρούνταν πρόσωπο ιερό και κάθε του επιθυμία γινόταν σεβαστή.
Η θεά 'Ηρα, όμως, που παρακολουθούσε όλα όσα γίνονταν στην αυλή της Ιππολύτης από τον Όλυμπο, θέλησε να χαλάσει την ειρηνική και φιλική ατμόσφαιρα του δείπνου. Έτσι πήρε τη μορφή μιας από τις Αμαζόνες και ανακατεύτηκε με το πλήθος των γυναικών που βρίσκονταν εκεί.
«Υποπτεύομαι» είπε με ύφος πονηρό προσπαθώντας να προκαλέσει τις άλλες γυναίκες «πως οι άνδρες αυτοί βρίσκονται εδώ έχοντας άλλους, ύποπτους σκοπούς. Αε μην ξεχνάμε πως ο πρώτος και σημαντικότερος κανόνας της φυλής μας είναι να μην εμπιστευόμαστε ποτέ τους άνδρες. Έχω, μάλιστα, ακούσει πως ο πράγματικός σκοπός του Ηρακλή είναι να ατιμάσει την Ιππολύτη για να καταστρέψει το βασίλειο μας. Πρέπει με κάθε τρόπο να τον εμποδίσουμε!»
Αυτά τα λόγια ξύπνησαν στιε ψυχές των Αμαζόνων το φόβο και το μίσος και πριν καλά καλά το καταλάβουν οι σύντροφοι του Ηρακλή άρχισαν να δέχονται την επίθεση των γυναικών.
Η Ιππολύτη και ο Ηρακλής βρέθηκαν αντιμέτωποι σε αυτή τη μάχη και έπειτα από σκληρό αγώνα και προσπάθεια ο γιος του Δία νίκησε τη γενναία βασίλισσα. Μόνο τότε η 'Ηρα αποκάλυψε ότι είχε κοροϊδέψει τιε Αμαζόνες.
Θλιμμένος και πικραμένος ο Ηρακλής επέστρεψε στις Μυκήνες με το έπαθλο ενός ακόμα άθλου: τη ζώνη της Ιππολύτης για την Αδμήτη.,
Τα βόδια του Γηρυόνη
Δεν πέρασε πολύς καιρός από τον τελευταίο άθλο του Ηρακλή και ο Ευρυσθέας αποφάσισε να στείλει τον ήρωα σε μια νέα αποστολή. Οσο πλησίαζε η μέρα που ο ήρωας θα κέρδιζε την αθανασία μετά την πραγματοποίηση των δώδεκα άθλων, τόσο πιο δύσκολες και επικίνδυνες γίνονταν οι δοκιμασίες του.
Για τον επόμενο άθλο του ο Ηρακλής θα έκανε ένα μακρινό και επικίνδυνο ταξίδι στον Ωκεανό, σε νερά που ελάχιστοι ναυτικοί είχαν διασχίσει, πέρα από τα γνωστά όρια του κόσμου, προς τη Δύση.
«θέλω να πας στο νησί Ερύθεια, όπου κατοικεί ο γίγαντας Γηρυόνης με το τεράστιο κοπάδι του. Αν επιστρέψείς στΐς Μυκήνες με τα βόδια του Γηρυόνη, θα γίνεις δεκτός με τιε μεγαλύτερες τιμές και θα σου δωρίσω τα ζώα».
Αυτή ήταν η διαταγή του Ευρυσθέα, που ήξερε καλά πόσο πολύτιμα ήταν αυτά τα βόδια με το βαθυκόκκινο χρώμα και πόσο καλά φυλάσσονταν.
Πράγματι, το κοπάδι το προστάτευε ένας βοσκός με το όνομα Ευρυτίωνας και ένας φοβερός δικέφαλος σκύλος, Όρθρος, που ήταν γιος του Τυφώνα και της 'Εχιδνας. Αντίθετα με όλα τα κοπάδια, τα βόδια του Γηρυόνη περνούσαν όλη τουε την ημέρα κλεισμένα στους στάβλους και έβγαιναν για Βοσκή το σούρουπο, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του ίδιου του Γηρυόνη.
0 Γηρυόνης ήταν ένας τρομακτικός γίγαντας με τριπλό σώμα μέχρι τους γοφούς, τρία κεφάλια, έξι χέρια και έξι φτερά που του επέτρεπαν να ορμά πετώντας με μεγάλη ταχύτητα ενάντια στους εχθρούς του. Όποιος τολμούσε να πλησιάσει τα πολύτιμα βόδια του είχε άσχημο τέλος. 0 Γηρυόνης, χωρίς ίχνος οίκτου, ορμούσε στον εχθρό του και τον σκότωνε μέσα σε λίγα λεπτά.
Ταξίδι στο άγνωστο
0 Ηρακλής ήξερε όλα όσα λέγονταν για το Γηρυόνη και τα βόδια του και είχε καταλάβει πωε θα έπρεπε να αντιμετωπίσει πολλά και ανυπέρβλητα εμπόδια. Πρώτα απ' όλα ένα μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι σε τόπους άγνωστους κι έπειτα μια μάχη ενάντια σε ένα δυνατό και σκληρόκαρδο εχθρό.
Πα να φτάσει στην Ερύθεια, έπρεπε να τραβήξει προε τη Δύση και να διασχίσει το βόρειο μέρος της Αφρικής.
Δεν είχε απομακρυνθεί πολύ από την Ελλάδα, όταν άρχισαν τα πρώτα προβλήματα.
Στην Αίγυπτο βρέθηκε αντιμέτωπος με τον τύραννο Βούσιρη, μετενσάρκωση του 'Οσιρη, του θεού των νεκρών, τον οποίο σκότωσε έπειτα από μια δύσκολη μάχη.
Μετά βρέθηκε στην έρημο τηε Λιβύης, όπου και χρειάστηκε να παλέψει με τον τρομακτικό γίγαντα Ανταίο.
0 Ανταίος ήταν γιος της Γαίας και του Ποσειδώνα. Η μητέρα του τον είχε προικίσει με όλες τις θεϊκές της δυνάμεις, τις οποίες ο γίγαντας μπορούσε να χρησιμοποιήσει όσο πατούσε και τα δυο του πόδια στη γη. Για να τον νικήσει, ο Ηρακλής έπρεπε να επιστρατεύσει την πονηριά και τη σωματική του δύναμη. Με τα πανίσχυρα χέρια του άρπαξε τον Ανταίο και τον σήκωσε ψηλά, ώστε τα πόδια του να μην ακουμπάνε στο έδαφος .Έτσι ο γίγαντας έχασε όλες του τις δυνάμεις και ο γιος του Δία τον έπνιξε.
Έχοντας βγει νικητής από τη δύσκολη αυτή μάχη, κατάκοπος και εξαντλημένος, ο Ηρακλής έπεσε σε βαθύ ύπνο κάτω από τη σκιά των δέντρων μιας όασης. Εκεί τον βρήκαν οι Πυγμαίοι, μια φυλή με τουε πιο κοντούς ανθρώπους στη Γη, οι οποίοι είχαν περικυκλώσει τον Ηρακλή ζητώντας εκδίκηση για το χαμό του Ανταίου. Στα μάτια αυτών των μικροσκοπικών ανθρώπων ο Ηρακλής φαινόταν σωστός γίγαντας. Όταν ο ήρωας άνοιξε τα μάτια του και είδε αυτό το μπουλούκι των παράξενων νάνων γύρω του, δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι έβαλε τα γέλια. Οι Πυγμαίοι, όμως, ήταν έτοιμοι να του επιτεθούν, με τα όπλα στα χέρια και γεμάτοι μίσος για τον τεράστιο εχθρό τους. Ο Ηρακλήε, χωρίς να καταβάλει καμία ιδιαίτερη προσπάθεια, απελευθερώθηκε από τα σχοινιά με τα οποία τον είχαν δέσει οι μικροσκοπικοί πολεμιστές και τους αιχμαλώτισε. Στην αρχή είχε σκοπό να τουε πάρει μαζί του και να τους προσφέρει ωε δώρο στον Ευρυσθέα. Επειτα, όμως, από σκέψη, άλλαξε γνώμη. Η θέα αυτών των ανθρώπων τον είχε τόσο διασκεδάσει, που δεν ήθελε να μοιραστεί αυτή τη χαρά με τον αγνώμονα Ευρυσθέα.
«Είχα τόσο καιρό να γελάσω έτσι!» τους είπε. «Αν το καλοσκεφτώ, σε εσάς χρωστάω το ότι ξαναφέρατε το γέλιο στα χείλη μου και γι' αυτό θέλω να σας ευχαριστήσω ξαναδίνοντάς σας την ελευθερία σας».
Έτσι, άνοιξε τη λεοντή, μέσα στην οποία είχε αιχμαλωτίσει τους Πυγμαίους, και τους άφησε να φύγουν.
Οι Ηράκλειες Στήλες
Όταν ο Ηρακλής έφτασε επιτέλους στις ακτές του Ωκεανού, σκαρφίστηκε ένα παμπόνηρο σχέδιο για να φτάσει στη Δύση. Ζήτησε από τον 'Ηλιο να τον μεταφέρει στο χρυσό του κύπελλο, με το οποίο κάθε μέρα ο θεός μετέφερε την πύρινη μπάλα του από την Ανατολή στη Δύση και από τη Δύση στην Ανατολή για να ζεστάνει με τις ακτίνες της τη Γη.
Με αυτό τον τρόπο ο ήρωας έφτασε με ασφάλεια στην Ερύθεια. Μόλις, όμως, πάτησε το πόδι του στο νησί, του επιτέθηκε ο σκύλος Όρθρος. Η σύγκρουση τους ήταν τρομερή. Ο Ηρακλής τελικά καιάφερε να χτυπήσει το δικέφαλο σκυλί με το ρόπαλο του και να τον εξοντώσει. Λίγο αργότερα άφηνε στο έδαφος νεκρό και τον βοσκό, ο οποίος, έχοντας δει τη μάχη του θηρίου με τον Ηρακλή, είχε τρέξει για να βοηθήσει το δικέφαλο σκύλο. Αμέσως, ο Ηρακλής άρχισε να οδηγεί τα βόδια έξω από το στάβλο, αλλά εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε μπροστά του ο Γηρυόνης. Με μανία ο γίγαντας εκτόξευσε εναντίον του Ηρακλή τρία ξίφη, ένα με κάθε χέρι, ενώ με τα άλλα τρία κρατούσε τρεις ασπίδες για να αμυνθεί. Όμως και αυτή τη φορά ο ατρόμητος γιος του Δία έφυγε αλώβητος από την Ερύθεια, έχοντας νικήσει και πάλι τον εχθρό του. Έπειτα από ένα νυχτερινό ταξίδι στον Ωκεανό, βρέθηκε ξανά στις ακτές της Μεσογείου. Στο σημείο όπου η Ιβηρική χερσόνησος χωρίζεται από την Αφρική με ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα ο Ηρακλής, θέλοντας να αφήσει σημάδι για το πέρασμα του από εκεί, έστησε δύο τεράστιες στήλες, τις Ηράκλειες Στήλες, μια σε κάθε πλευρά του στενού. Στην αρχαιότητα, οι στήλες αυτές αποτελούσαν για τους θαλασσοπόρους τα όρια του γνωστού κόσμου Πέρα από εκείνο το σημείο, άρχιζε το άγνωστο.
Αφού διέσχισε την Ίταλική χερσόνησο, όπου αναγκάστηκε αρκετές φορές να παλέψει με ληστές και ζωοκλέφτες, ο Ηρακλής έφτασε επιτέλους με τα κλεμμένα βόδια στις Μυκήνες. Εκεί ο Ευρυσθέας, μόλις παρέλαβε τα βόδια, τα θυσίασε αμέσως όλα στην Ήρα.
Τα Χρυσά μήλα των Εσπερίδων
Ως πρωτελευταίο άθλο ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να του φέρει από τον κήπο τον Εσπερίδων τα χρυσά μήλα που κρέμονταν από τα κλαδιά των δέντρων που ευδοκιμούσαν εκεί. Αυτά τα μήλα ήταν το γαμήλιο δώρο της Γαίας στην Ήρα για το γάμο της με το Δία.
Όμωε οι κόρες του Άτλαντα, που λάτρευαν αυτούς τους πολύτιμους καρπούς, είχαν τη συνήθεια να μπαίνουν κρυφά στον κήπο και να κλέβουν τα χρυσά μήλα. θυμωμένη για τις κλοπές, η Ήρα είχε αναθέσει στιε Εσπερίδες, τις τρείς πανέμορφες Νύμφες της Εσπέρας (του απογεύματος), να τα φυλάνε.
Η Αίγλη (η λαμπερή), η Ερύθεια (η κοκκινομάλα) και η Εσπεραρέθουσα ( η νύμφη του δειλινού), με τη βοήθεια του Λάδωνα, ενός δράκοντα με εκατό κεφάλια, που ήταν γιος του Τυφώνα και της 'Εχιδνας, φυλούσαν μέρα και νύχτα τα ολόχρυσα μήλα.
Όποιος πλησίαζε τον κήπο έπρεπε να αντιμετωπίσει τους πειρασμούς που τον τραβούσαν ρέσα. Η εκτυφλωτική λάμψη των λαχταριστών μήλων που στόλιζαν το πλούσιο φύλλωμα των δέντρων δεν ήταν τίποτα μπροστά στη γλυκιά και σαγηνευτική φωτων τριών κοριτσιών που τον καλούσαν κοντά τους.
Κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί σε όλους αυτούς τουδ πειρασμούς, αλλά όλοι ήξεραν πως ο μόνος τρόπος για να κρατηθεί ένας θνητός στη ζωή ήταν να μείνει μακριά από τον κήπο. Εκεί μέσα τον περίμενε μόνο ο θάνατος, αφού μαζί με το τραγούδι των Νυμφών μπορούσε κανείς να ακούσει και το ανατριχιαστικό σφύργιμα του Λάδωνα μέ τα εκατό φιδίσια κεφάλια.
Προμυθέας
0 Ηρακλής έφτασε στον κήπο έπειτα από ένα μακρινό ταξίδι με χιλιάδες εμπόδια και κινδύνους και αφού διέσχισε τόπους αφιλόξενους και δύσβατους, από το Βορρά ως τη χώρα των Υπερβορείων.
Πριν φτάσει στον προορισμό του, ο Ηρακλής θέλησε να απελευθερώσει τον Προμηθέα. 0 γιος του Δία γνώριζε καλά την ιστορία του Προμηθέα, που είχε τιμωρηθεί από τον πατέρα των θεών επειδή είχε κλέψει από τον Όλυμπο τη φωτιά και την είχε δώσει στους θνητούς. Η οργή του Δία ήταν τόσο μεγάλη, που τιμώρησε τον ανυπάκουο Προμηθέα με την πιο σκληρή ποινή.
Τον αλυσόδεσε με ατσαλένια δεσμά πάνω στον Καύκασο και κάθε μέρα έστελνε έναν αετό κοντά του που του έτρωγε το συκώτι. Όμως τη νύχτα το συκώτι του Προμηθέα ξαναγεννιόταν, και έτσι την επομένη μέρα η φρικτή δοκιμασία ξεκινούσε από την αρχή.
«Αυτό το ατελείωτο μαρτύριο είναι πάρα πολύ σκληρό» του είπε ο Ηρακλής όταν τον είδε στην κορυφή του Βουνού. «Κάνε κουράγιο, Προμηθέα, και θα έρθω να σε λυτρώσω» φώναξε και σκαρφάλωσε στο Βουνό.
Πρώτα απ' όλα ο ατρόμητος ημίθεος αποφάσισε να εξοντώσει τον αετό. Μόλΐς τον εντόπισε, στόχευσε με το τόξο του και, όταν το τεράστιο πουλί πλησίασε σε απόσταση Βολής, δέχτηκε ένα από τα φαρμακερά Βέλη του Ηρακλή. 0 Προμηθέας, που είχε βάλει την ίδια του τη ζωή σε κίνδυνο για να κάνει καλύτερη τη ζωή των ανθρώπων, ήταν πλέον ελεύθερος.
Για να ανταποδώσει τη χάρη στον Ηρακλή, του αποκάλυψε τον τρόπο με τον οποίο θα κατάφερνε να κλέψει τα μήλα των Εσπερίδων.
«Πρέπει να στείλεις κάποιον άλλο στη θέση σου για να πάρει τα μήλα» του είπε εμπιστευτικά. «Μη βάλεις τη δική σου ζωή σε κίνδυνο γι' αυτό τον άθλο. Η εμπειρία με έχει διδάξει πως όλοι μας έχουμε κάποια όρια».
Έτσι, ο Ηρακλής ξεκίνησε για τον κήπο των Εσπερίδων σκεπτόμενος σοβαρά τα σοφά λόγια του Προμηθέα.
Άτλαντας
Καθώς ο Ηρακλής πλησίαζε στον κήπο των Εσπερίδων, συνάντησε τυχαία τον Ατλαντα, που, επειδή είχε συμμετάσχει στον πόλεμο ενάντια στους Ολύμπιους θεούς, ο Δίας τον είχε τιμωρήσει να σηκώνει για πάντα στους ώμους του το θόλο του ουρανού.
0 Ατλαντας, που έπρεπε να μένει ακίνητος για να μην πέσει η τεράστια σφαίρα από την πλάτη του και σπάσει, άρπαξε αμέσως την ευκαιρία που έψαχνε για να απελευθερωθεί από το αβάσταχτο βάρος και τη φρικτή αυτή τιμωρία.
«Γενναίε μου» φώναξε στον Ηρακλή μόλις τον είδε να στέκει σκεφτικός έξω από τον κήπο, «αν θέλεις, μπορώ να σε βοηθήσω. Εγώ μεγάλωσα μέσα σε αυτό τον κήπο. Δεν υπάρχουν μυστικά ή παγίδες για μένα εκεί μέσα και είμαι σίγουρος πως μπορώ να σου φέρω, με ευκολία, αυτό που επιθυμεί η καρδιά σου. Το μόνο που χρειάζεται είναι να με αντίκαταστήσεις για λίγο. Άλλωστε, είμαι σίγουρος πως μπορείς να σηκώσετε αυτό το βάρος. Δεν έχω δει άλλο θνητό με τη δική σου δύναμη».
0 Ηρακλής, που πέρα απ' όλα τα άλλα ήθελε να δοκιμάσει τιε δυνάμεις του σε αυτή την πρόκληση, σήκωσε αμέσως την ουράνια σφαίρα στην πλάτη του.
Εν τω μεταξύ ο Άτλαντας, όπως είχε υποσχεθεί, μπήκε στον κήπο και έπειτα από λίγη ώρα βγήκε κρατώντας στα χέρια του τα ολόχρυσα μήλα. Όταν, όμως, πλησίασε τον Ηρακλή, αρνήθηκε να πάρει πίσω στην πλάτη του την πελώρια σφαίρα.
«θέλω και πάλι την ελευθερία μου» είπε ενώ ο ιδρώτας έτρεχε σαν ποτάμι στο πρόσωπο και το σώμα του Ηρακλή. «Αρνούμαι να ξαναγίνω σκλάβος των θεών».
0 Ηρακλής προσποιήθηκε πωε ήταν έτοιμος να δεχτεί τη νέα του μοίρα και ζήτησε από τον Άτλαντα να εκπληρώσει μια τελευταία του επιθυμία.
«Σε παρακαλώ» του είπε «βοήθησε με για τελευταία φορά. Η μία πλευρά της πλάτης μου έχει μουδιάσει από το βάρος. Πάρε τη σφαίρα στην πλάτη σου για λίγο, ώσπου να φέρω ένα μαξιλάρι για να ακουμπήσω πάνω του το τεράστιο αυτό βάρος». Χωρίς να σκεφτεί την πρόταση του Ηρακλή, ο Άτλαντας δέχτηκε. Μόλΐς, όμως, πήρε και πάλι στην πλάτη του τον ουράνιο θόλο, ο Ηρακλής πήρε από το έδαφος τα μήλα που είχε φέρει ο ανόητος Άτλαντας και έφυγε αφήνοντάς τον μόνο και αβοήθητο.
Κέρβερος, ο σκύλος του Άδη
Δεν έμενε παρά ένας μόνο άθλο για να κερδίσει ο Ηρακλής την αθανασία. Βλέποντας, όμως, ο μοχθηρός Ευρυσθέας πως ο ήρωας είχε ξεπεράσει όλες τΐς δυσκολίες και είχε επιβιώσει από κάθε κίνδυνο, αποφάσισε να τον στείλει στον Κάτω Κόσμο.
«Πριν μπορέσεΐς να κερδίσεΐς την αθανασία, σε περιμένει μια τελευταία δοκιμασία, θα πρέπει να κατέβεις στον Κόσμο των Νεκρών και να πιάσεΐς τον Κέρβερο, το σκύλο του Άδη με τα τρία κεφάλια» τον διέταξε χαιρέκακα ο Ευρυσθέας.
0 βασιλιάς των Μυκηνών ήξερε καλά πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό
το ταξίδι. Κανένας θνητός δεν είχε ποτέ επιστρέψει από το βασίλειο του Άδη χωρίδ να προκαλέσει την οργή των θεών και να χάσει τελικά τη ζωή του.
0 Ηρακλής προετοιμάστηκε γι' αυτή την τελευταία και τόσο δύσκολη αποστολή. Ηξερε ό,τι, για να μην προσβάλει τον Άδη και την Περσεφόνη, το βασιλιά και τη βασίλισσα του Κάτω Κόσμου, έπρεπε πρώτα να εξιλεωθεί για τα εγκλήματα που είχε κάνει πάνω στη Γη. Έτσι, σε μια ιερή τελετή, εξαγνίστηκε και ύστερα πρόσφερε θυσίες στους θεούς για να ζητήσει συγχώρεση.
Στον Κάτω Κόσμο οδηγούσε ο ποταμός Αχέροντας. Εκεί ο Ηρακλής συνάντησε το Χάροντα, το βαρκάρη που με τη βάρκα του περνούσε τους θνητούς από τη μία όχθη στην άλλη οδηγώντας τους από τη ζωή στον θάνατο. Όταν ο Χάροντας είδε τον Ηρακλή, του φώναξε με τη βραχνή φωνή του.
«Θνητέ, το ρόπαλο που κουβαλάς δεν πρόκειται να σου χρησιμεύσει εκεί που πας. Τα πνεύματα των νεκρών δεν παλεύουν με όπλα. Αν θέλεις να παλέψεις με κάποιο από αυτά, θα πρέπει να το κάνεις σώμα με σώμα».
Ηρακλής και Μελέαγρος
Στην απέναντι όχθη ο Κέρβερος περίμενε όσους κατέβαιναν από τη βάρκα του Χάροντα. Μόλις, όμως, το θηρίο αντίκρισε τον Ηρακλή, ένιωσε έναν παράξενο φόβο και, σαν τρομοκρατημένο κουτάβι, έτρεξε να κρυφτεί πίσω από το θρόνο του Άδη. Ακόμα και οι άλλοι νεκροί που περιφέρονταν εκεί κοντά ένιωσαν έναν απόκοσμο τρόμο στη θέα ενός ζωντανού ανθρώπου ανάμεσα τους.
Μόνο μία από τις ψυχές των νεκρών δεν έτρεξε να κρυφτεί, παρά πλησίασε τον Ηρακλή για να του μιλήσει. Ηταν Ό Μελέαγρος, ο γιος του Οινέα, του βασιλιά της Καλυδώνας. Ο Μελέαγρος είχε χάσει τη ζωή του στη μάχη τη στιγμή που η μητέρα του, η Αλθαία, είχε πετάξει στη φωτιά το κούτσουρο που έκαιγε στο τζάκι την ημέρα της γέννησής του. Αυτός, άλλωστε, ήταν ο τρόπος που θα πέθαινε ο Μελέαγρος, σύμφωνα με όσα είχαν προφητεύσει οι Μοίρες, που τον είχαν επισκεφτεί όταν ήταν νεογέννητος. Ο Μελέαγρος δεν μπορούσε να βρει γαλήνη στον κόσμο των νεκρών, γιατί είχε αφήσει μόνη της στη Γη την αδελφή του Δηιάνειρα.
«Σε παρακαλώ, Ηρακλή, δε θα μπορέσω να αντέξω το θάνατο εκτός αν μου υποσχεθείς πως μόλις επίστρέψεις στον κόσμο των ζωντανών θα παντρευτείς την αδελφή μου για να τη φροντίζεις και να την προσέχετε». 0 ήρωας έδωσε την υπόσχεση του στο Μελέαγρο και βάλθηκε να εκπληρώσει την αποστολή του. Ήθελε, άλλωστε, να εγκαταλείψει αυτό τον τρομακττκό τόπο όσο πτο σύντομα μπορούσε!
Η αιχμαλωσία του Κέρβερου
0 Κέρβερος στεκόταν ακόμα ζαρωμένος στα πόδια του Άδη, σίγουρος πως ήταν ασφαλής, αλλά, όταν ο Ηρακλής πλησίασε για να τον πάρει μαζί του, ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου δεν έφερε καμία αντίρρηση. Ακόμα και ο ίδιος ο Άδης είχε τρομοκρατηθεί στη θέα αυτού του ατρόμητου θνητού, του μόνου ανθρώπου με σάρκα και οστά που είχε τολμήσει να κατέβει στο βασίλετό του χωρίς ίχνος φόβου. "Αν κάτι τέτοιο συμβαίνει, δεν μπορεί παρά να είναι θέλημα των θεών" σκέφτηκε ο Άδης και αποφάσισε να δεχτεί τον Ηρακλή ωε φιλοξενούμενο και να ικανοποιήσει κάθε του επτθυμία.
Έτσι, συμφώνησε να παραχωρήσει το σκύλο του στον Ηρακλή, αλλά με έναν όρο.
«0 σκύλος μου θα γίνει δτκός σου αν καταφέρετε να τον πιάσεις χωρίς να χρηστμοποιήσειε τα όπλα σου. Πέτα στην άκρη το ρόπαλο σου και αντιμετώπτσε τον Κέρβερο με γυμνά χέρια, φορώντας μόνο τη λεοντή» τον διέταξε ο Άδης.
0 ήρωας υπάκουσε στη διαταγή του θεού και άρχισε να κυνηγά τον σκύλο, ο οποίος, στην προσπάθετά του να ξεφύγει, οδηγούσε τον Ηρακλή στις πιο σκοτετνές και τρομακττκές γωντές του Κάτω Κόσμου.
0 γιος του Δία δεν είχε δει ποτέ έναν κόσμο τόσο αποκρουστικό. Όμως ο ήρωας δεν το έβαλε κάτω και τελικά, έπειτα από αρκετή προσπάθεια, κατάφερε να αρπάξει το σκύλο από το λαιμό.
Το ζώο πάλευε με όλη του δύναμη, τίναζε το κορμί του απελπισμένο και προσπαθούσε να δαγκώσει το δτώκτη του με τη φιδίσια ουρά του.
Κάθε προσπάθεια του, όμως, να γλιτώσει ήταν μάταιη. 0 Ηρακλής προστατευόταν από τη λεοντή, που τον έκανε άτρωτο. Ο Κέρβερος, τέλος, παραδόθηκε στη μοίρα του και ο Ηρακλής, αφου τον έδεσε με μία βαριά αλυσίδα, τον πήρε μαζί του μακριά από το βασίλειο των Νεκρών.
Φεύγοντας από τις Μυκληνες
Έπειτα από ένα μακρύ και κουραστικό ταξίδι, ο Ηρακλής έφτασε και πάλι στίς Μυκήνες. 0 Ευρυσθέας δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. 0 ανίκητος ήρωας δεν είχε μόνο καταφέρει να επιστρέψει από το Βασίλειο των Νεκρών, αλλά είχε κατορθώσει να αιχμαλωτίσει το φοβερό σκύλο.
Το ζώο ήταν εξαγριωμένο και, παρά τις βαριές σιδερένιες αλυσίδες του, δε δίστασε να επιτεθεί στο φοβητσιάρη βασιλιά μόλις τον είδε.
«Πάρε μακριά μου αυτό το κολασμένο ζώο! Δεν μπορώ ούτε καν να το βλέπω, τόσο πολύ το σιχαίνομαι και το τρέμω» ούρλιαξε ο δειλός βασιλιάς και τρομοκρατημένος έτρεξε να κρυφτεί στο πιθάρι του.
0 Ηρακλής ήταν επιτέλους χαρούμενος. Οι άθλοι του είχαν τελειώσει. Από εκείνη τη στιγμή δεν ήταν πλέον στην υπηρεσία του Ευρυσθέα και δεν ήταν υποχρεωμένοδ να ικανοποιεί κάθε του καπρίτσιο. Μπρούσε να αφήσει πίσω του για πάντα τις Μυκήνες. Και αυτό έκανε.
Φεύγοντας από τη φημισμένη πόλη, πήρε μαζί του τον Κέρβερο. Ηταν, άλλωστε, σκληρό για το ζώο να ζει μακριά από το αφεντικό του. Έτσι, ο Ηρακλής αποφάσισε να ξαναπάει στα σύνορα του Κάτω Κόσμου και, μόλΐς έφτασε εκεί, άφησε τον Κέρβερο ελεύθερο να επιστρέψει στον αφέντη του.
Μετά τις Μυκήνες
Όσο ο Ηρακλής εκτελούσε τις διαταγές του Ευρυσθέα πραγματοποιώντας τους άθλους του, είχε παραμελήσει κάποιες άλλες υποθέσείς. Τώρα είχε φτάσει η ώρα να ασχοληθεί και με αυτές.
Πρώτα απ' όλα αποφάσισε να εκδικηθεί τον Αυγεία, το βασιλιά της 'Ηλιδαδ, ο οποίοε, αφού ο ήρωας είχε καθαρίσει τους στάβλους του, αρνήθηκε να τον ανταμείψει όπως του είχε υποσχεθεί.
Για να τον τιμωρήσει, ο Ηρακλής κήρυξε πόλεμο στο Βασίλειο του, πολιόρκησε την πόλη όπου κατοικούσε ο βασιλιάς και έπειτα από λίγο καιρό την κατέκτησε και εκθρόνισε τον Αυγεία. Στη θέση του διόρισε το γιο του Φυλέα, ο οποίος, όταν οι δύο άντρες είχαν έρθει αντιμέτωποι, είχε πάρει το μέρος του Ηρακλή βεβαιώνοντας ότι ήταν ένας άντρας έντιμος και δίκαιος.
Για να κρατήσει ζωντανή στη μνήμη των επόμενων γενεών τη νίκη του αυτή, ο Ηρακλής καθιέρωσε αθλητικούς αγώνες που θα γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια στην πόλη της Ολυμπίας. Οι νικητές των αγώνων δεν έπαιρναν χρηματικό βραβείο, αλλά επιβραβεύονταν με ένα στεφάνι αγριελιάς, τον κότινο.
Ικανοποιημένος με την εκδίκηση που πήρε, ο ήρωας αποφάσισε να πάει στη Αιτωλία και, όπως είχε υποσχεθεί στο Μελέαγρο, παντρεύτηκε τη Δηιάνειρα, την αδελφή του γενναίου πολεμιστή.
Κένταυρος Νέσσος
Μια μέρα, ο Ηρακλής και η Δηιάνειρα χρειάστηκε να περάσουν τα ταραγμένα νερά του ποταμού Εύηνου, που είχαν φουσκώσει από το λιώσιμο των πάγων. 0 Κένταυρος Νέσσος, βλέποντας το ζευγάρι να παλεύει με τα παγωμένα νερά, προσφέρθηκε να τουε βοηθήσει περνώντας τους απέναντι.
Πρώτη ανέβηκε στη ράχη του η Δηιάνειρα. Καθώς, όμως, ο Κένταυρος κοίταζε την κοπέλα, μαγεύτηκε από την ομορφιά τηε και θέλησε να την απαγάγει. Όταν ο Ηρακλής άκουσε τιε κραυγές της αγαπημένης του, που προσπαθούσε να γλιτώσει από τα χέρια του δυνατού Κενταύρου, άρπαξε το τόξο του και έριξε ένα από τα δηλητηριώδη βέλη του στο Νέσσο.
0 Νέσσος, χτυπημένος στο στήθος και οργισμένος με το γιο του Δία,
πρόλαβε να σκαρώσει την εκδίκηση του πριν αφήσει την τελευταία του πνοή.
Έτσι, είπε στην ανυποψίαστη Δηιάνειρα: «Πεθαίνω, όπως μου αξίζει, μιας και προσπάθησα να εκμεταλλευτώ την αγνότητα και την αθωότητα σου, γλυκιά μου Δηιάνειρα. Για να με συγχωρέσεις, θα ήθελα να δεχτείς ένα δώρο απο μένα που σίγουρα θα σου φανεί πολύ χρήσιμο στο μέλλον. Το αίμα που τρέχει από την πληγή μου έχει δυνάμεις μαγικές.
Είναι ένα μαγικό φίλτρο που θα εμποδίσει τον Ηρακλή να ερωτευτεί άλλη γυναίκα. Δεν έχεις παρά να στάξεις μερικές σταγόνες στα ρούχα του αγαπημένου σου και η καρδιά του θα είναι δική σου για πάντα».
Η Δηιάνειρα μάζεψε αμέσως μερικές σταγόνες από το πολύτιμο αίμα και, μόλις επέστρεψε στο σπίτι της, το έκρυψε.
Έπειτα από λίγο καιρό, ο Ηρακλής έφυγε για να πολεμήσει ενάντια στον Εύρυτο, το βασιλιά της Οιχαλίας. Στην τελευταία και αποφασιστική για την έκβαση του πολέμου μάχη, ο Βασιλιάς και όλοι του οι γιοι σκοτώθηκαν. Η μόνη που γλίτωσε από τα χτυπήματα των εχθρών ήταν η μικρότερη κόρη του βασιλιά, η Ιόλη, που παραδόθηκε στον Ηρακλή και έγινε σκλάβα του.
Η ζήλια της Δηιάνειρας
Στην τελετή που οργανώθηκε προς τιμήν του Δία για να γιορτάσουν τη νίκη, ένας από τους συντρόφους του Ηρακλή ψιθύρισε στη Δηιάνειρα λόγια που την έβαλαν σε υποψίες.
«Να ο Ηρακλής, που ήρθε στην παρέα μαε για να γιορτάσει το θρίαμβο του. Να και η Ιόλη, η όμορφη σκλάβα του. Είναι δύσκολο να ξεφύγει κανείς από τη γοητεία της...» είπε χαιρέκακα ο άντρας.
Στην πραγματικότητα, ο Ηρακλής αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του και δε θα μπορούσε ποτέ να την απατήσει. Όμως εκείνης της είχαν γεννηθεί αμφιβολίες ακούγοντας τον κακόβουλο συμπολεμιστή του άντρα της. Έτσι, το αίσθημα της ζήλιας φώλιασε στην ψυχή της όμορφης Δηιάνειρας.
Με το φόβο ότι θα έχανε την αγάπη και την αφοσίωση του άντρα της, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το μαγικό φίλτρο που της είχε εμπιστευτεί ο Νέσσος για να τον ξανακερδίσει. Έτσι, έσταξε μερικές σταγόνες από το αίμα του Κενταύρου στον πιο όμορφο χιτώνα ίου Ηρακλή και τον έδωσε σε έναν από τους υπηρέτες του για να του τον πάει.
«Δώσε αυτόν το χιτώνα στον άντρα μου και πες του ότι είναι δώρο από εμένα με όλη μου την αγάπη. Του ζητώ, πες του, να τον φορέσει απόψε στην τελετή» του είπε.
Μόλις ο Ηρακλής είδε τον όμορφο χιτώνα, τον πήρε ενθουσιασμένος και τον φόρεσε αμέσως. Όταν, όμως, το ρούχο άγγιξε το σώμα του, ο Ηρακλής άρχισε να νιώθει παράξενους πόνους. Το αίμα του Νέσσου ήταν ένα δυνατό δηλητήριο που διαπέρασε το δέρμα του ήρωα και άρχισε να του καίει τα σωθικά. Μάταια προσπάθησε να βγάλει το μοιραίο ρούχο από πάνω του. Αυτό είχε κολλήσει στο σώμα του και ήταν αδύνατο να βγει.
Ο Ηρακλής γίνεται αθάνατος
Ο Ηρακλής κατάλαβε αμέσως πως δεν υπήρχε καμία ελπίδα σωτηρίας. Διέταξε τότε να ετοιμάσουν μια νεκρική πυρά στο όρος Οίτη και, με τις τελευταίες δυνάμεις που του απέμεναν, ανέβηκε στο βουνό. Όταν ζήτησε από τους φίλους και συντρόφους του να ανάψουν τη φωτιά που θα έκαιγε το σώμα του και θα τον γλίτωνε από το φοβερό μαρτύριο, κανείς από τους αγαπημένους του δεν μπορούσε να το κάνει. Οι συμπολεμιστές του, που βρίσκονταν κοντά του, είχαν μείνει βουβοί από τον πόνο και τη θλίψη. Η Δηιάνειρα, απελπισμένη, είχε εξαφανιστεί μην μπορώντας να αντέξει το βάρος της ενοχής.
Τελικά, ο Φιλοκτήτης ήταν αυτός που ανέλαβε να εκτελέσει την τελευταία διαταγή του Ηρακλή και να ανάψει την πυρά. Στον άνθρωπο αυτό ο Ηρακλής εμπιστεύτηκε το τόξο και τα βέλη του.
«Φρόντισε αυτά τα όπλα, φίλε μου, και χρησιμοποίησε τα μόνο για να αποδώσεις δικαιοσύνη» του είπε ο Ηρακλής αφήνοντας την τελευταία του πνοή.
Μόλις οι φλόγες άρχισαν να καίνε το σώμα του φημισμένου ήρωα, εμφανίστηκε η Αθηνά, η προστάτιδα του Ηρακλή. Η πονόψυχη θεά πήρε τον αγαπημένο της ήρωα στην αγκαλιά της και τον οδήγησε στην κορυφή του Ολύμπου, ενώ μέσα από τα πυκνά σύννεφα κεραυνοί και αστραπές συντάρασσαν γη και ουρανό.
Ο αθάνατος πλέον Ηρακλής βρισκόταν στον Όλυμπο, δίπλα στον πατέρα του και σε όλους τους αθάνατους θεούς. Εκεί ο μεγάλος ήρωας συμφιλιώθηκε με την 'Ηρα, που έγινε η αθάνατη μητέρα του και του έδωσε για σύζυγο τηε κόρη της 'Ηβη, τη θεότητα της νεότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου