
Πολύ πριν από τον Τρωικό πόλεμο, στην εποχή του Ηρακλή και του Θησέα, γεννήθηκε ο μύθος της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Ήταν μια αναζήτηση για το χρυσόμαλλο Δέρας, που ο θρύλος έλεγε ότι ανήκε στο χρυσόμαλλο ιπτάμενο κριάρι που μετέφερε τον Φρίξο και την Έλλη μακριά από τον Ορχομενό. Όταν ο Φρίξος δώρισε το δέρμα του κριού στον βασιλιά της Κολχίδας, δεν φανταζόταν ότι μερικά χρόνια αργότερα θα ξεκινούσαν από την Ιωλκό της Θεσσαλίας όλοι οι μεγάλοι ήρωες της μυθολογίας με επικεφαλής τον Ιάσονα, για να πάρουν το βραβείο αυτό από τα χέρια του βασιλιά Αιήτη. Ούτε κι ο βασιλιάς της Κολχίδας φανταζόταν ότι η ίδια του η κόρη, η μάγισσα Μήδεια θα συμμαχούσε με τους εισβολείς.
Ο
Ιάσονας ξεκίνησε από την Ιωλκό με σκοπό να ανακτήσει τον θρόνο του
πατέρα του από τον σφετεριστή θείο του, Πελία. Ωστόσο η περιπέτεια που
έζησε, συναντώντας κακουχίες, τέρατα, θεϊκά στοιχεία της φύσης, αλλά
και και την κυκλοθυμία των θεών, ήταν πολύ πάνω από από τις προσδοκίες
του και τον έκανε έναν από τους πιο αγαπητούς ήρωες. Το μυθικό πλοίο
Αργώ και οι Αργοναύτες ταξιδεύουν ακόμα και στις μέρες μας, μέσα από
ιστορίες και μύθους που διαδίδονται από εκείνα τα χρόνια.
01 Η καταγωγή και ανατροφή του Ιάσονα
Στη Θεσσαλία, στην Ιωλκό, το σημερινό Βόλο, ζούσαν δυο αδέρφια: ο Πελίας και ο Αίσωνας, γιοι του Ποσειδώνα κι από βασιλική γενιά: Την Ιωλκό είχε χτίσει ο βασιλιάς Κρηθέας που παντρεύτηκε την Τυρώ και απόκτησε μαζί της τον Αίσωνα. Όταν όμως ο Κρηθέας πέθανε ο Ποσειδώνας αγάπησε την Τυρώ και απόκτησε μαζί της έναν γιο τον Πελία. Έτσι ο Αίσωνας κι ο Πελίας είχαν την ίδια μάνα αλλά διαφορετικό πατέρα. Όταν λοιπόν ο Αίσωνας κατέλαβε δικαιωματικά τον θρόνο, παντρεύτηκε την Πολυμήδη κι έκαναν έναν γιο τον Ιάσονα. Όμως ο Πελίας που δεν μπορούσε να χωνέψει ότι ο αδερφός του ήταν βασιλιάς κατάφερε να μαζέψει στρατό και να διώξει τον αδερφό του από την πόλη. Ο Ιάσονας έλειπε όταν ο Πελίας σφετερίστηκε τον θρόνο. Ζούσε τότε στο κοντινό Πήλιο, το βουνό των Κενταύρων, όπου την ανατροφή του είχε αναλάβει ο παιδαγωγός Κένταυρος Χείρωνας. Όσο απότομοι και βίαιοι ήταν οι άλλοι Κένταυροι άλλο τόσο πράος και μορφωμένος ήταν ο Χείρωνας. Δεν έπαιζε μονάχα τη λύρα, αλλά και γνώριζε όλα τα βουνίσια βότανα μ’όλες τους τις χάρες και μαζί την τέχνη να γιατρεύει τους αρρώστους. Κοντά του πολλοί νέοι και μελλοντικοί ήρωες, μάθαιναν τους καλούς τρόπους, το θάρρος, την εγκράτεια, την πολεμική τέχνη και πλήθος από χρήσιμες επιστήμες. Όταν έμαθε ο Ιάσονας ποιας αδικίας θύμα στάθηκε ο πατέρας του, θέλησε να πάει στην Ιωλκό να σκοτώσει τον θείο του. Μα ο Χείρωνας τον έκανε να αλλάξει γνώμη και του είπε πως η εκδίκηση βρίσκεται στα χέρια των θεών. Άσε που ήταν και πολύ νέος ακόμα για μια τέτοια υπόθεση.
Στη Θεσσαλία, στην Ιωλκό, το σημερινό Βόλο, ζούσαν δυο αδέρφια: ο Πελίας και ο Αίσωνας, γιοι του Ποσειδώνα κι από βασιλική γενιά: Την Ιωλκό είχε χτίσει ο βασιλιάς Κρηθέας που παντρεύτηκε την Τυρώ και απόκτησε μαζί της τον Αίσωνα. Όταν όμως ο Κρηθέας πέθανε ο Ποσειδώνας αγάπησε την Τυρώ και απόκτησε μαζί της έναν γιο τον Πελία. Έτσι ο Αίσωνας κι ο Πελίας είχαν την ίδια μάνα αλλά διαφορετικό πατέρα. Όταν λοιπόν ο Αίσωνας κατέλαβε δικαιωματικά τον θρόνο, παντρεύτηκε την Πολυμήδη κι έκαναν έναν γιο τον Ιάσονα. Όμως ο Πελίας που δεν μπορούσε να χωνέψει ότι ο αδερφός του ήταν βασιλιάς κατάφερε να μαζέψει στρατό και να διώξει τον αδερφό του από την πόλη. Ο Ιάσονας έλειπε όταν ο Πελίας σφετερίστηκε τον θρόνο. Ζούσε τότε στο κοντινό Πήλιο, το βουνό των Κενταύρων, όπου την ανατροφή του είχε αναλάβει ο παιδαγωγός Κένταυρος Χείρωνας. Όσο απότομοι και βίαιοι ήταν οι άλλοι Κένταυροι άλλο τόσο πράος και μορφωμένος ήταν ο Χείρωνας. Δεν έπαιζε μονάχα τη λύρα, αλλά και γνώριζε όλα τα βουνίσια βότανα μ’όλες τους τις χάρες και μαζί την τέχνη να γιατρεύει τους αρρώστους. Κοντά του πολλοί νέοι και μελλοντικοί ήρωες, μάθαιναν τους καλούς τρόπους, το θάρρος, την εγκράτεια, την πολεμική τέχνη και πλήθος από χρήσιμες επιστήμες. Όταν έμαθε ο Ιάσονας ποιας αδικίας θύμα στάθηκε ο πατέρας του, θέλησε να πάει στην Ιωλκό να σκοτώσει τον θείο του. Μα ο Χείρωνας τον έκανε να αλλάξει γνώμη και του είπε πως η εκδίκηση βρίσκεται στα χέρια των θεών. Άσε που ήταν και πολύ νέος ακόμα για μια τέτοια υπόθεση.
02 «Φυλάξου από τον Μονοσάνδαλο»
Όταν έγινε πια άντρας, ο Ιάσονας πήγε στην Ιωλκό χωρίς να το αποκαλύψει σε κανένα. Ήταν παράξενα ντυμένος. Είχε το κορμί σκεπασμένο με προβιά πάνθηρα, βάσταγε κοντάρι στο κάθε του χέρι και το αριστερό του πόδι ήταν χωρίς σανδάλι. Ο Ιάσονας καθώς πλησίαζε στην Ιωλκό είχε συναντήσει μια ανήμπορη γριούλα στις όχθες από τον ποταμό Άναυρο, που ήθελε να περάσει απέναντι. Χωρίς να το πολυσκεφτεί την πήρε στις πλάτες του, μπήκε μέσα στα ορμητικά νερά και με σχετική ευκολία την πέρασε απέναντι χωρίς αυτή καν να βραχεί. Το μόνο που έπαθε ήταν ότι μέσα στα νερά του ποταμού χάθηκε το ένα του σανδάλι. Η ανήμπορη γριούλα βεβαίως δεν ήταν αυτό που φαινόταν. Ήταν η ίδια η θεά Ήρα που ήθελε να τον δοκιμάσει. Έτσι παρουσιάστηκε μπροστά του με όλη της την μεγαλοπρέπεια και του υποσχέθηκε ότι από τότε και στο εξής θα ήταν προστάτιδά του. Για τον λόγο αυτό ο Ιάσονας μπήκε μέσα στην πόλη της Ιωλκού με μόνο ένα σανδάλι.
Έτσι έφτασε στην δημόσια πλατεία ακριβώς επάνω στην ώρα που ο Πελίας ετοιμαζόταν να κάνει θυσία στους θεούς. Ο Πελίας δεν γνώρισε τον ανιψιό του κι ωστόσο φοβήθηκε. Γιατί κάποτε ένας χρησμός τον συμβούλεψε να φυλάγεται από τον μονοσάνδαλο! Φώναξε λοιπόν κοντά του το παλικάρι και τον ρώτησε, αν ήταν βασιλιάς ποια τιμωρία θα έβαζε σε έναν από τους πολίτες του που θα έκανε σε βάρος του συνομωσία. Χωρίς να διστάσει ο μονοσάνδαλος Ιάσονας αποκρίθηκε πως θα τον έστελνε να του φέρει το «Χρυσόμαλλο Δέρας», δηλαδή την χρυσόμαλλη προβιά. Έδωσε έτσι την αφορμή στον Πελία να τον στείλει να φέρει το χρυσόμαλλο δέρας πίσω στην Ιωλκό, ώστε να δείξει ότι είναι άξιος για τον θρόνο.
03 Το χρυσόμαλλο δέρας
Τι ήταν όμως αυτό το χρυσόμαλλο δέρας, έτσι λαχταριστό κι έτσι επικίνδυνο για να το αποκτήσει άνθρωπος; Η ιστορία του ήταν πολύ γνωστή στην Ιωλκό και να γιατί: Πριν από κάμποσα χρόνια ο Αθάμας, βασιλιάς στον Ορχομενό της Βοιωτίας, είχε δύο παιδιά, τον Φρίξο και την Έλλη, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Τα είχε και τα δύο από την πρώτη του γυναίκα τη Νεφέλη. Εκείνη όμως πέθανε νέα, η δεύτερη γυναίκα του όμως, η Ινώ μισούσε τα δυο παιδιά και στοχάστηκε να βρει τρόπο να τα σκοτώσει, ώστε να πάρουν τα δικά της παιδιά το βασίλειο. Έβαλε λοιπόν τις γυναίκες του τόπου να καψαλίσουν κρυφά το σιτάρι που ήταν να σπαρθεί. Και φυσικά το στάρι δεν φύτρωσε. Έστειλε τότε ο Αθάμας απεσταλμένους στους Δελφούς να ρωτήσουν το μαντείο του Απόλλωνα για ποια αιτία τους βρήκε μια τέτοια συμφορά. Η Ινώ εξαγόρασε τους απεσταλμένους, που γύρισαν φέρνοντας ψεύτικη απάντηση. Προσποιήθηκαν πως οι θεοί τάχα ήταν θυμωμένοι και ζητούσαν ανθρώπινη θυσία: τα θύματα για να εξευμενιστούν οι θεοί έπρεπε να είναι ο Φρίξος και η Έλλη.
Ευκολόπιστος ο Αθάμας, ετοιμάστηκε να κάνει την υπέρτατη θυσία. Η μητέρα τους όμως η Νεφέλη μεσολάβησε στον Δία κι εκείνος έστειλε ένα φτερωτό κριάρι με χρυσό μαλλί, που πήρε τα δύο παιδιά στην πλάτη του και τα σήκωσε ψηλά στον αέρα. Έτσι ο Φρίξος και η Έλλη άφησαν τη Βοιωτία για να ξεφύγουν από το θάνατο. Στο δρόμο όμως η Έλλη έπεσε από το κριάρι. Πνίγηκε στο στενό πορθμό που χωρίζει την Ευρώπη από την Ασία και πήρε από τότε το όνομά της: Ελλήσποντος, δηλαδή η θάλασσα της Έλλης. Ο Φρίξος έφτασε σώος στην Κολχίδα, στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας, σ’ένα βασίλειο που γειτονεύει με τον Καύκασο. Ο βασιλιάς της Κολχίδας Αιήτης καλωσόρισε τον Φρίξο και του έδωσε για γυναίκα του την κόρη του, Χαλκιόπη. Ο ίδιος ο Αιήτης ήταν γιος του θεού Ήλιου και μητέρα του η Περσηίδα. Ο Αιήτης είχε και δύο αδελφές. Η μια ήταν η μάγισσα Κίρκη και η άλλη ήταν η Πασιφάη, η γυναίκα του πασίγνωστου βασιλιά της Κρήτης, του Μίνωα.
Για να δείξει την ευγνωμοσύνη του, ο Φρίξος θυσίασε το κριάρι στο Δία και πρόσφερε τη θαυμαστή προβιά στην Αιήτη. Αυτός την κρέμασε αφιέρωμα στο ιερό δάσος του Άρη, επάνω σε μια βελανιδιά όπου θα την φυλούσε μέρα και νύχτα ένας τρομερός δράκος. Τούτο λοιπόν το χρυσόμαλλο Δέρας έπρεπε να πάρει ο Ιάσονας σύμφωνα με τη διαταγή του Πελία.
04 Η προετοιμασία για την εκστρατεία
Ο Ιάσονας λοιπόν, δεν μπορούσε παρά να αποδεχτεί να επιχειρήσει αυτόν τον άθλο, ώστε να αποδείξει την αξία του και στο λαό της Ιωλκού. Αρχικά έπρεπε να σκαρώσει ένα καράβι και να βρει συντρόφους που θα τον συνόδευαν στο μακρύ ταξίδι στην Κολχίδα. Ωστόσο σ’αυτό το τελευταίο δεν είχε καθόλου πρόβλημα αφού μόλις έστειλε κήρυκες σε όλη την επικράτεια, όλοι οι νέοι Έλληνες ήρωες έτρεξαν στο κάλεσμα του Ιάσονα. Η ίδια η θεά Αθηνά τους έμαθε την τέχνη να συναρμολογήσουν τα κομμάτια για ένα μεγάλο και γερό καράβι. Τους έδωσε μάλιστα και ένα θαυμάσιο κομμάτι ξύλο για να φτιάξουν την πλώρη: από την θαυματουργή βελανιδιά της Δωδώνης, που με τη μεσολάβηση του Δία έδινε χρησμούς. Εκείνο το κομμάτι του ξύλου είχε το χάρισμα του λόγου. Το καράβι το ονόμασαν «Αργώ» προς τιμήν του Άργου που ήταν ο υπεύθυνος για την κατασκευή του και σήμαινε λαμπρό, φωτεινό. Η Αργώ πρωτομπήκε στα νερά του λιμανιού των Παγασών. Η επίσημη θυσία έδωσε ευοίωνες προβλέψεις. Κι άρχισε τότε ένα μεγάλο ταξίδι, από νησί σε νησί, από σκάλα σε σκάλα, ταξίδι αβέβαιο, γεμάτο λοξοδρομίες, γιατί ο Ιάσονας και το πλήρωμά του δεν γνώριζαν με σιγουριά ποιο δρόμο έπρεπε να ακολουθήσουν.
Οι σύντροφοι του Ιάσονα, οι Αργοναύτες ήταν όλοι τους ξακουστοί ήρωες. Ανάμεσά τους ήταν ο Ηρακλής, ο Θησέας, οι Διόσκουροι της Σπάρτης Κάστορας και Πολυδεύκης, οι Διόσκουροι της Μεσσηνίας Ίδας και Λυγκέας, ο Αγκαίος και η Αταλάντη από την Αρκαδία, ο Μελέαγρος, ο Ίδμωνας και ο Μόψος που ήταν και οι δύο μάντεις, οι γιοι του Αιακού Πηλέας και Τελαμώνας, ο Τίφυς, ο Αλκαίος, ο Ασκληπιός, τα δύο φτερωτά παιδιά του Βορέα από τη Θράκη ο Ζήτης και ο Κάλαης, ο πατέρας του Οδυσσέα Λαέρτης από την Ιθάκη, ο Ορφέας με τη μαγική του λύρα, ο Άδμητος, ο Φάληρος από την Αθήνα, ο Ίφυτος, ο Νέστορας, ο Γλαύκος, ο Ύλας, ο Άργος που λέγεται ότι ήταν γιος του Φρίξου και άλλοι πολλοί, πενήντα στον αριθμό, όσα και τα κουπιά της Αργούς.
05 Η εκστρατεία ξεκινά
Η απώλεια του Ηρακλή
Η Αργώ όμως, παρόλο που έπλεε με ούριο άνεμο και με καλμαρισμένη θάλασσα φαινόταν αρχικά να μην κερδίζει ταχύτητα. Αντίθετα φαινόταν έτοιμη να βουλιάξει. Τότε ακούστηκε ένας ψίθυρος από το ιερό ξύλο στην πλώρη του πλοίου. Και η φωνή είπε «Ο λόγος που δεν κινείται το πλοίο Αργοναύτες, είναι επειδή στενάζει από το θεϊκό βάρος του Ηρακλή». Ο Ηρακλής αν και επιθυμούσε να ζήσει την περιπέτεια της Αργοναυτικής εκστρατείας και να βοηθήσει με την τρομερή του δύναμη τους Αργοναύτες, ωστόσο έκρινε πως θα έπρεπε να εγκαταλείψει την ιδέα αυτή, για όφελος όλης της αποστολής. Λίγο παρακάτω σε έναν όρμο που ονομαζόταν Αφέτες ο Ηρακλής αποβιβάστηκε από το πλοίο και χαιρέτησε όλους του υπόλοιπους Αργοναύτες, που λυπήθηκαν πολύ που έχαναν έναν τόσο σημαντικό ήρωα από την ομάδα τους. Ο όρμος αυτός ονομάστηκε γι’ αυτό το λόγο Αφέτες, επειδή στην ουσία ήταν και η αφετηρία της Αργοναυτικής εκστρατείας.
Οι Αργοναύτες και οι γυναίκες της Λήμνου
Μετά από μέρες ταξιδιού οι Αργοναύτες έφτασαν στη Λήμνο, όπου έμειναν κάμποσο διάστημα. Εκεί τους καλοδέχτηκαν οι γυναίκες του νησιού, που πριν από μερικά χρόνια είχαν σκοτώσει όλους τους άντρες του νησιού, επειδή εκείνοι τις κακομεταχειρίζονταν. Πάσχιζαν οι γυναίκες της Λήμνου και η πανέμορφη βασίλισσά τους Υψιπύλη να κρατήσουν τους Αργοναύτες στο νησί, όμως εκείνοι αποφάσισαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους.
06 Δολίονες και Κύζικος
Ο Ιάσων θα σκοτώσει από λάθος τον βασιλιά Κύζικο
Ύστερα από ημέρες έφτασαν εκεί που ζούσαν οι Δολίονες, στην Κυζίκη της Προποντίδας. Εκεί ο βασιλιάς Κύζικος τους έκανε σπουδαίο τραπέζι και την επόμενη νύχτα οι Αργοναύτες σήκωσαν την άγκυρα για να φύγουν. Όμως σηκώθηκε τέτοια πυκνή καταχνιά που παρόλο που ταξίδευαν για πολλές ώρες νομίζοντας ότι απομακρύνθηκαν, εκείνοι έχασαν τον προσανατολισμό τους και χωρίς να το αντιληφθούν
επέστρεψαν και πάλι στην Κυζίκη. Μέσα στο σκοτάδι οι Δολίονες δεν κατάλαβαν ότι επέστρεψαν οι Αργοναύτες, πίστεψαν ότι δέχονταν επίθεση από πειρατές και άρχισαν την μάχη. Ο Κύζικος πολέμησε με γενναιότητα για να προστατέψει τον λαό του. Κάποια στιγμή μέσα στο σκοτάδι βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ιάσονα ο οποίος καθώς ήτανε πιο επιδέξιος στο ξίφος τον σώριασε κάτω νεκρό. Όταν η ομίχλη διαλύθηκε, αποκαλύφθηκε το τραγικό λάθος που είχε συμβεί. Όλοι τους θρηνήσανε και περισσότερο απαρηγόρητος ο Ιάσονας που έγινε άθελά του αιτία να σκοτωθεί ο γενναίος βασιλιάς. Ο Ιάσονας έκανε μεγαλόπρεπη κηδεία στο νεκρό Κύζικο. Τρεις ημέρες οι Αργοναύτες θρήνησαν, όπως απαιτούσε το έθιμο, για να τιμήσουν τον βασιλιά και τέλειωσαν με επικήδειους αγώνες.
07 «Τον Ύλαν κραυγάζεις;»
Ο Ύλας ξελογιάστηκε από μια όμορφη Νύμφη
Σε μιαν άλλη ακτή, που συνάντησαν οι Αργοναύτες, έστειλαν μέσα στο δάσος τον Ύλα που προθυμοποιήθηκε να ψάξει να βρει πόσιμο νερό. Κάποια στιγμή όμως, καθώς περιπλανιόταν κοντά σε μια πηγή, ξεπήδησε από μέσα μια πανέμορφη νύμφη που τον ερωτεύτηκε και τον έπεισε να μείνει μαζί της. Οι Αργοναύτες που είδαν ότι ο Ύλας αργούσε αποφάσισαν να τον αναζητήσουν. Ιδιαίτερα επέμενε ο φίλος του Πολύφημος ο οποίος πρωτοστατούσε στις ομάδες αναζήτησης. Μετά από πολλές ώρες ο Ιάσονας αποφάσισε ότι θα ήταν πιο φρόνιμο να ξεκινήσουν χωρίς εκείνον, αλλά άφησαν στο μέρος εκείνο τον Πολύφημο να συνεχίσει να τον ψάχνει, με σκοπό να τους έβρισκαν και πάλι στο γυρισμό. Δεν γνώριζαν βέβαια τότε ότι δεν θα περνούσαν ποτέ ξανά από εκεί. Αργότερα ο Πολύφημος, που δεν είχε σχέση με τον Πολύφημο της Οδύσσειας, έκανε φίλους τους κατοίκους της περιοχής, όπου βασίλεψε για πολλά χρόνια…
Οι Αργοναύτες κατόπιν, έφτασαν στη Βιθυνία, όπου ζούσαν οι Βέβρυκες. Ο βασιλιάς τους Αμύκος, που ήταν και γιος του Ποσειδώνα προκαλούσε σε πάλη όλους τους ξένους που πέρναγαν από εκεί. Ο γιος του Δία, ο Πολυδεύκης, που βρισκόταν μαζί με τους άλλους στην Αργώ, δέχτηκε την πρόκληση. Και τον υπόταξε στην πάλη τόσο πολύ τον Άμυκο, που τον έκανε να υποσχεθεί να φέρεται καλύτερα στους φιλοξενούμενούς του από τότε και στο εξής.
08 Το νησί του Φινέα
Την άλλη μέρα, σηκώθηκε μεγάλη φουρτούνα. Κι αντί να πιάσει λιμάνι στο Βόσπορο, η Αργώ αναγκάστηκε να αράξει σε θρακικό ακρογιάλι. Έτσι βρέθηκαν στη χώρα του τυφλού μάντη Φινέα. Ο δύστυχος ήταν γιος του Ποσειδώνα κι είχε πάνω του μια βαριά κατάρα: κάθε φορά που φέρνανε μπροστά του τραπέζι με φαγητά ορμούσαν οι Άρπυες, φριχτά πουλιά με γυναικείο κεφάλι, που έπαιρναν ότι μπορούσαν να σηκώσουν και λέρωναν όσα έμεναν με κάθε τρόπο. Έτσι ο Φινέας κόντευε πια να πεθάνει της πείνας. Οι Αργοναύτες τον λυπήθηκαν. Οι γιοί του Βοριά, ο Ζήτης και ο Κάλαης, που είχανε φτερά δώρο του πατέρα τους, παραμόνευαν. Και μόλις έφτασαν οι Άρπυες, όρμησαν και τις πήραν στο κυνήγι μέχρι που τις εξάντλησαν και κατάφεραν να τις αιχμαλωτίσουν. Έτσι τις ανάγκασαν να υποσχεθούν ότι δεν θα ξαναενοχλούσαν τον Φινέα. Ο Φινέας γεμάτος ευγνωμοσύνη είπε στους Αργοναύτες: «Σε λίγο θα ανταμώσετε στο δρόμο σας δύο μεγάλα σκοτεινά και ψηλά βράχια. Είναι δύο πλεούμενες πέτρες. Από το γαλαζωπό τους χρώμα τις λένε Κυάνειες αλλά τις λένε και Συμπληγάδες Πέτρες γιατί μόλις κάνει να περάσει ανάμεσά τους πλεούμενο, πέφτουνε με ορμή η μία πάνω στην άλλη και το τσακίζουν αλύπητα. Δεν ξέρω, πρόσθεσε αν οι Μοίρες θα σας αφήσουν να περάσετε αυτό το εμπόδιο μα μπορείτε εύκολα να το νικήσετε. Να έχετε μαζί σας ένα περιστέρι. Κι όταν φτάσετε κοντά στις Συμπληγάδες, αμολήστε το να περάσει ολόισα μπροστά τους. Αν καταφέρει να περάσει αλώβητο, αυτό θα είναι σημάδι ότι δεν θα κινδυνέψετε. Μα αν τυχόν οι Συμπληγάδες το συνθλίψουν τότε παρατήστε τον σκοπό σας, γιατί οι Μοίρες δεν θα θέλουν να περάσετε»..
Την άλλη μέρα, σηκώθηκε μεγάλη φουρτούνα. Κι αντί να πιάσει λιμάνι στο Βόσπορο, η Αργώ αναγκάστηκε να αράξει σε θρακικό ακρογιάλι. Έτσι βρέθηκαν στη χώρα του τυφλού μάντη Φινέα. Ο δύστυχος ήταν γιος του Ποσειδώνα κι είχε πάνω του μια βαριά κατάρα: κάθε φορά που φέρνανε μπροστά του τραπέζι με φαγητά ορμούσαν οι Άρπυες, φριχτά πουλιά με γυναικείο κεφάλι, που έπαιρναν ότι μπορούσαν να σηκώσουν και λέρωναν όσα έμεναν με κάθε τρόπο. Έτσι ο Φινέας κόντευε πια να πεθάνει της πείνας. Οι Αργοναύτες τον λυπήθηκαν. Οι γιοί του Βοριά, ο Ζήτης και ο Κάλαης, που είχανε φτερά δώρο του πατέρα τους, παραμόνευαν. Και μόλις έφτασαν οι Άρπυες, όρμησαν και τις πήραν στο κυνήγι μέχρι που τις εξάντλησαν και κατάφεραν να τις αιχμαλωτίσουν. Έτσι τις ανάγκασαν να υποσχεθούν ότι δεν θα ξαναενοχλούσαν τον Φινέα. Ο Φινέας γεμάτος ευγνωμοσύνη είπε στους Αργοναύτες: «Σε λίγο θα ανταμώσετε στο δρόμο σας δύο μεγάλα σκοτεινά και ψηλά βράχια. Είναι δύο πλεούμενες πέτρες. Από το γαλαζωπό τους χρώμα τις λένε Κυάνειες αλλά τις λένε και Συμπληγάδες Πέτρες γιατί μόλις κάνει να περάσει ανάμεσά τους πλεούμενο, πέφτουνε με ορμή η μία πάνω στην άλλη και το τσακίζουν αλύπητα. Δεν ξέρω, πρόσθεσε αν οι Μοίρες θα σας αφήσουν να περάσετε αυτό το εμπόδιο μα μπορείτε εύκολα να το νικήσετε. Να έχετε μαζί σας ένα περιστέρι. Κι όταν φτάσετε κοντά στις Συμπληγάδες, αμολήστε το να περάσει ολόισα μπροστά τους. Αν καταφέρει να περάσει αλώβητο, αυτό θα είναι σημάδι ότι δεν θα κινδυνέψετε. Μα αν τυχόν οι Συμπληγάδες το συνθλίψουν τότε παρατήστε τον σκοπό σας, γιατί οι Μοίρες δεν θα θέλουν να περάσετε»..
09 Οι Συμπληγάδες Πέτρες
Έχοντας μια τόσο ακριβή συμβουλή, οι Αργοναύτες έφτασαν σε λίγο στις Συμπληγάδες και έκαναν όπως τους είπε ο Φινέας. Το περιστέρι που στείλανε πέρασε. Μονάχα το πιο μακρύ φτερό της ουράς του πιάστηκε ανάμεσα στα βράχια. Όταν οι πέτρες αποτραβήχτηκαν ξανά, όρμησε με τη σειρά της και η Αργώ. Κόντευε πια να βγει όταν οι πέτρες κλείνανε και η πρύμνη της έπαθε μια μικρή ζημιά, όπως και η ουρά του περιστεριού. Από τότε οι Συμπληγάδες σταμάτησαν πια την κίνησή τους γιατί ήταν της Μοίρας θέλημα, μόλις θα κατάφερνε να περάσει ανάμεσά τους καράβι, να μείνουν οριστικά στεριωμένες στον πάτο της θάλασσας.
Έχοντας μια τόσο ακριβή συμβουλή, οι Αργοναύτες έφτασαν σε λίγο στις Συμπληγάδες και έκαναν όπως τους είπε ο Φινέας. Το περιστέρι που στείλανε πέρασε. Μονάχα το πιο μακρύ φτερό της ουράς του πιάστηκε ανάμεσα στα βράχια. Όταν οι πέτρες αποτραβήχτηκαν ξανά, όρμησε με τη σειρά της και η Αργώ. Κόντευε πια να βγει όταν οι πέτρες κλείνανε και η πρύμνη της έπαθε μια μικρή ζημιά, όπως και η ουρά του περιστεριού. Από τότε οι Συμπληγάδες σταμάτησαν πια την κίνησή τους γιατί ήταν της Μοίρας θέλημα, μόλις θα κατάφερνε να περάσει ανάμεσά τους καράβι, να μείνουν οριστικά στεριωμένες στον πάτο της θάλασσας.
10 Πλησιάζοντας την Κολχίδα
Στη χώρα των Μαριανδυνών
Στη συνέχεια οι Αργοναύτες κατέφτασαν στις βόρειες ακτές της Μικράς Ασίας. Εκεί βρήκαν το βασίλειο των Μαριανδυνών με βασιλιά τον Λύκο. Οι κάτοικοι της χώρας αυτής και ο βασιλιάς της τους υποδέχτηκαν με θερμή φιλοξενία. Εκεί οι Αργοναύτες ανεφοδιάστηκαν και απόλαυσαν την φιλία του Λύκου, ο οποίος μάλιστα τους συμβούλεψε πώς θα έβρισκαν την Κολχίδα. Δυστυχώς όμως λίγο πριν αφήσουν πίσω τους την χώρα των Μαριανδυνών, ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες έχασαν με άδοξο τρόπο δύο από τους συντρόφους τους. Ο ένας ήταν ο μάντης Ίδμωνας που τον σκότωσε ένα κριάρι από τα κοπάδια του βασιλιά. Σαν να μην έφτανε αυτό, την επόμενη κιόλας ημέρα αρρώστησε με υψηλό πυρετό ο Τίφυς, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν στο τιμόνι του πλοίου. Μάταια προσπάθησε ο Ασκληπιός με όλα του τα γιατρικά να τον κάνει καλά. Ο Τίφυς πέθανε σκορπίζοντας τη θλίψη στους Αργοναύτες και τους Μαριάνδυνες που τους φιλοξενούσαν. Ο Λύκος υποσχέθηκε στον Ιάσονα ότι θα φρόντιζε τους τάφους των δύο άτυχων Αργοναυτών.
Στην τελική ευθεία για την Κολχίδα
Με βαριά καρδιά οι Αργοναύτες αναχώρησαν από το βασίλειο αυτό και μετά από κάποιες μέρες ταξιδιού έφτασαν στις εκβολές του ποταμού Φάση. Ο Λύκος είχε συμβουλέψει τον Ιάσονα να ακολουθήσει το ποτάμι αυτό ώστε να μπορέσει να φτάσει στην Κολχίδα. Έτσι κι έγινε. Η Αργώ μπήκε μέσα στο ποτάμι και έπλευσε αντίθετα στη ροή, αφήνοντας πίσω της τα αρμυρά νερά της θάλασσας.
Στη χώρα των Μαριανδυνών
Στη συνέχεια οι Αργοναύτες κατέφτασαν στις βόρειες ακτές της Μικράς Ασίας. Εκεί βρήκαν το βασίλειο των Μαριανδυνών με βασιλιά τον Λύκο. Οι κάτοικοι της χώρας αυτής και ο βασιλιάς της τους υποδέχτηκαν με θερμή φιλοξενία. Εκεί οι Αργοναύτες ανεφοδιάστηκαν και απόλαυσαν την φιλία του Λύκου, ο οποίος μάλιστα τους συμβούλεψε πώς θα έβρισκαν την Κολχίδα. Δυστυχώς όμως λίγο πριν αφήσουν πίσω τους την χώρα των Μαριανδυνών, ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες έχασαν με άδοξο τρόπο δύο από τους συντρόφους τους. Ο ένας ήταν ο μάντης Ίδμωνας που τον σκότωσε ένα κριάρι από τα κοπάδια του βασιλιά. Σαν να μην έφτανε αυτό, την επόμενη κιόλας ημέρα αρρώστησε με υψηλό πυρετό ο Τίφυς, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν στο τιμόνι του πλοίου. Μάταια προσπάθησε ο Ασκληπιός με όλα του τα γιατρικά να τον κάνει καλά. Ο Τίφυς πέθανε σκορπίζοντας τη θλίψη στους Αργοναύτες και τους Μαριάνδυνες που τους φιλοξενούσαν. Ο Λύκος υποσχέθηκε στον Ιάσονα ότι θα φρόντιζε τους τάφους των δύο άτυχων Αργοναυτών.
Στην τελική ευθεία για την Κολχίδα
Με βαριά καρδιά οι Αργοναύτες αναχώρησαν από το βασίλειο αυτό και μετά από κάποιες μέρες ταξιδιού έφτασαν στις εκβολές του ποταμού Φάση. Ο Λύκος είχε συμβουλέψει τον Ιάσονα να ακολουθήσει το ποτάμι αυτό ώστε να μπορέσει να φτάσει στην Κολχίδα. Έτσι κι έγινε. Η Αργώ μπήκε μέσα στο ποτάμι και έπλευσε αντίθετα στη ροή, αφήνοντας πίσω της τα αρμυρά νερά της θάλασσας.
11 Οι άθλοι του Ιάσονα στην Κολχίδα
Έτσι μετά από κάμποσες μέρες ταξιδιού προς το εσωτερικό της χώρας και με κυβερνήτη πια τον Αγκαίο, οι Αργοναύτες έφτασαν επιτέλους στην Κολχίδα. Ο Ιάσονας πήγε μονομιάς στον Αιήτη και του εξήγησε την αποστολή που του εμπιστεύτηκε ο Πελίας. Του εξήγησε μάλιστα πως ήταν θέλημα της Ήρας να έδινε το τρόπαιο στον Ιάσονα. Αυτός δεν αρνήθηκε να του παραδώσει το χρυσόμαλλο Δέρας, του έβαλε όμως πολλούς όρους. Δίχως κανένα βοηθό, ο Ιάσονας έπρεπε να ζέψει στο αλέτρι δύο ταύρους με χάλκινα πόδια, που έβγαζαν από τα ρουθούνια τους φλόγες. Να οργώσει μ’αυτά ένα χωράφι και να σπείρει στις αυλακιές τα δόντια του θα του έδινε ο βασιλιάς. Μα δεν του είπε πως από τα δόντια θα έβγαιναν στρατός και πολεμιστές να χτυπήσουν τον Ιάσονα και φυσικά, δεν θα του άφηναν και πολλές ελπίδες για να ζήσει. Αυτό ήταν το σχέδιο του Αιήτη για να ξεφορτωθεί το ξένο πριγκιπόπουλο.
Ο Ιάσονας αναρωτιόταν πώς θα μερώσει τα βόδια όταν η βασιλοκόρη, η Μήδεια τον είδε και τον ερωτεύθηκε. Η Μήδεια ήταν πανίσχυρη μάγισσα. Τον έκανε να της υποσχεθεί πως θα την πάρει γυναίκα του αν θα τον έβγαζε από τη δύσκολη θέση. Ο Ιάσονας της το ορκίστηκε. Του έδωσε λοιπόν ένα μαγικό βάλσαμο να αλείψει την ασπίδα και το κορμί του πριν πάει κοντά στους δύο φλογερούς ταύρους. Με εκείνο το βάλσαμο έμεινε άτρωτος από τη φωτιά και από το σίδερο για μια ολόκληρη ημέρα. Του μαρτύρησε μάλιστα τι θα γινόταν όταν θα έσπερνε τα δόντια. Του είπε λοιπόν πως μόλις θα έβγαιναν από το χώμα οι πολεμιστές, αυτό που θα έπρεπε να κάνει ήταν να πετάξει, ανάμεσά τους, από μακριά μια πέτρα. Τότε οι πολεμιστές θα μάλωναν αναμεταξύ τους κατηγορώντας ο ένας τον άλλον και θα πέθαιναν από τα ίδια τους τα χτυπήματα.
Έτσι μετά από κάμποσες μέρες ταξιδιού προς το εσωτερικό της χώρας και με κυβερνήτη πια τον Αγκαίο, οι Αργοναύτες έφτασαν επιτέλους στην Κολχίδα. Ο Ιάσονας πήγε μονομιάς στον Αιήτη και του εξήγησε την αποστολή που του εμπιστεύτηκε ο Πελίας. Του εξήγησε μάλιστα πως ήταν θέλημα της Ήρας να έδινε το τρόπαιο στον Ιάσονα. Αυτός δεν αρνήθηκε να του παραδώσει το χρυσόμαλλο Δέρας, του έβαλε όμως πολλούς όρους. Δίχως κανένα βοηθό, ο Ιάσονας έπρεπε να ζέψει στο αλέτρι δύο ταύρους με χάλκινα πόδια, που έβγαζαν από τα ρουθούνια τους φλόγες. Να οργώσει μ’αυτά ένα χωράφι και να σπείρει στις αυλακιές τα δόντια του θα του έδινε ο βασιλιάς. Μα δεν του είπε πως από τα δόντια θα έβγαιναν στρατός και πολεμιστές να χτυπήσουν τον Ιάσονα και φυσικά, δεν θα του άφηναν και πολλές ελπίδες για να ζήσει. Αυτό ήταν το σχέδιο του Αιήτη για να ξεφορτωθεί το ξένο πριγκιπόπουλο.
Ο Ιάσονας αναρωτιόταν πώς θα μερώσει τα βόδια όταν η βασιλοκόρη, η Μήδεια τον είδε και τον ερωτεύθηκε. Η Μήδεια ήταν πανίσχυρη μάγισσα. Τον έκανε να της υποσχεθεί πως θα την πάρει γυναίκα του αν θα τον έβγαζε από τη δύσκολη θέση. Ο Ιάσονας της το ορκίστηκε. Του έδωσε λοιπόν ένα μαγικό βάλσαμο να αλείψει την ασπίδα και το κορμί του πριν πάει κοντά στους δύο φλογερούς ταύρους. Με εκείνο το βάλσαμο έμεινε άτρωτος από τη φωτιά και από το σίδερο για μια ολόκληρη ημέρα. Του μαρτύρησε μάλιστα τι θα γινόταν όταν θα έσπερνε τα δόντια. Του είπε λοιπόν πως μόλις θα έβγαιναν από το χώμα οι πολεμιστές, αυτό που θα έπρεπε να κάνει ήταν να πετάξει, ανάμεσά τους, από μακριά μια πέτρα. Τότε οι πολεμιστές θα μάλωναν αναμεταξύ τους κατηγορώντας ο ένας τον άλλον και θα πέθαιναν από τα ίδια τους τα χτυπήματα.
12 Ο Δράκων και το δάσος του Άρη
Έτσι ο Ιάσονας κέρδισε όλα τα στοιχήματα που του έβαλε ο βασιλιάς. Ο Αιήτης όμως δεν κράτησε το λόγο του. Έστειλε τον Ιάσονα να πάρει το χρυσόμαλλο Δέρας από τον Δράκοντα που το φύλαγε, σίγουρος πια ότι από αυτόν τον κίνδυνο δεν θα μπορούσε να γλυτώσει. Παράλληλα έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να κάψουν την Αργώ και να σκοτώσουν και τους υπόλοιπους Αργοναύτες. Ωστόσο, ο Ιάσονας έχοντας τη βοήθεια της Μήδειας, έφτασε στο δάσος του Άρη μπροστά στη βελανιδιά που είχε κρεμασμένο το χρυσόμαλλο Δέρας του κριαριού που είχε φέρει τον Φρίξο στην Κολχίδα. Ο Ιάσονας κατάφερε και πήρε το χρυσόμαλλο Δέρας από το δάσος του Άρη επειδή η μάγισσα Μήδεια είχε μαγέψει το δράκοντα που το φύλαγε και ύστερα έφυγε μαζί με τον αγαπημένο της και σάλπαρε με την Αργώ για το δρόμο του γυρισμού.
Όταν το έμαθε ο Αιήτης ένιωσε άγριο θυμό. Έριξε καράβι στο νερό για να τους κυνηγήσει. Η Μήδεια τον γνώριζε καλά τον πατέρα της και ήξερε από πριν τι θα έκανε. Έξυπνη και σκληρή καθώς ήταν, είχε πάρει μαζί της τον μικρό της αδερφό, τον Άψυρτο. Δεν δίστασε λοιπόν να τον σκοτώσει και να σκορπίσει τα κομμάτια του στη θάλασσα. Ο Αιήτης γνώρισε το ακρωτηριασμένο σώμα του παιδιού του. Έχασε πολύ καιρό για να τα μαζέψει και να τους δώσει τις επικήδειες τιμές. Και μέχρι να τελειώσουν όλα αυτά, ήταν πια πολύ αργά για να προφτάσει τους φυγάδες.
Έτσι ο Ιάσονας κέρδισε όλα τα στοιχήματα που του έβαλε ο βασιλιάς. Ο Αιήτης όμως δεν κράτησε το λόγο του. Έστειλε τον Ιάσονα να πάρει το χρυσόμαλλο Δέρας από τον Δράκοντα που το φύλαγε, σίγουρος πια ότι από αυτόν τον κίνδυνο δεν θα μπορούσε να γλυτώσει. Παράλληλα έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να κάψουν την Αργώ και να σκοτώσουν και τους υπόλοιπους Αργοναύτες. Ωστόσο, ο Ιάσονας έχοντας τη βοήθεια της Μήδειας, έφτασε στο δάσος του Άρη μπροστά στη βελανιδιά που είχε κρεμασμένο το χρυσόμαλλο Δέρας του κριαριού που είχε φέρει τον Φρίξο στην Κολχίδα. Ο Ιάσονας κατάφερε και πήρε το χρυσόμαλλο Δέρας από το δάσος του Άρη επειδή η μάγισσα Μήδεια είχε μαγέψει το δράκοντα που το φύλαγε και ύστερα έφυγε μαζί με τον αγαπημένο της και σάλπαρε με την Αργώ για το δρόμο του γυρισμού.
Όταν το έμαθε ο Αιήτης ένιωσε άγριο θυμό. Έριξε καράβι στο νερό για να τους κυνηγήσει. Η Μήδεια τον γνώριζε καλά τον πατέρα της και ήξερε από πριν τι θα έκανε. Έξυπνη και σκληρή καθώς ήταν, είχε πάρει μαζί της τον μικρό της αδερφό, τον Άψυρτο. Δεν δίστασε λοιπόν να τον σκοτώσει και να σκορπίσει τα κομμάτια του στη θάλασσα. Ο Αιήτης γνώρισε το ακρωτηριασμένο σώμα του παιδιού του. Έχασε πολύ καιρό για να τα μαζέψει και να τους δώσει τις επικήδειες τιμές. Και μέχρι να τελειώσουν όλα αυτά, ήταν πια πολύ αργά για να προφτάσει τους φυγάδες.
13 Ο «άλλος» δρόμος του γυρισμού
Στο γυρισμό οι Αργοναύτες πλανήθηκαν. Είχαν σκοπό να περάσουν τις Συμπληγάδες πέτρες πιστεύοντας ότι ο Αιήτης δεν θα συνέχιζε την καταδίωξή τους προς την Ελλάδα. Ωστόσο φθάνοντας στα ανοιχτά της Μαρσίλιας, ο Δίας τους έστειλε φουρτούνα. Ο Δίας οργίστηκε μαζί τους για τον θάνατο του Άψυρτου κι έπρεπε να τιμωρηθούν. Όταν σταμάτησε η φουρτούνα οι Αργοναύτες διαπίστωσαν ότι το ταξίδι του γυρισμού δεν θα ήταν καθόλου εύκολο και ότι, όπως τους είχε προειδοποιήσει ο Φινέας, δεν θα ακολουθούσαν τον ίδιο δρόμο για την επιστροφή. Η Αργώ πλέον βρισκόταν και πάλι μέσα σε ένα ποτάμι, που ονομαζόταν Ίστρος. Ο Ιάσονας και οι σύντροφοί του αποφάσισαν να ταξιδέψουν ανάποδα στη ροή του ποταμού, με αποτέλεσμα μετά από μέρες να καταφέρουν να βγουν στο Αδριατικό πέλαγος.
Εκεί αναθάρρησαν και ξεκίνησαν το ταξίδι προς το νότο σε πιο γνώριμα νερά. Σύντομα φάνηκε στον ορίζοντα το νησί των Φαιάκων, η σημερινή μας Κέρκυρα. Η θέα της ελληνικής γης σκόρπισε ενθουσιασμό στις τάξεις των Αργοναυτών. Όμως το μένος του Δία δεν είχε κοπάσει και αποφάσισε να τους ταλαιπωρήσει κι άλλο για τον θάνατο του αθώου Άψυρτου, μέχρι να εξιλεωθούν. Τους έστειλε λοιπόν τεράστια θαλασσοταραχή με πελώρια κύματα που απειλούσαν να καταπιούν την Αργώ, ενώ ο αέρας που λυσσομανούσε τους απομάκρυνε από τις ακτές. Μέσα στη φουρτούνα ακούστηκε και πάλι να μιλάει η Αργώ και να λέει «Αργοναύτες ο Δίας σας στέλνει αυτά τα δεινά επειδή είναι θυμωμένος για το θάνατο του Άψυρτου. Πρέπει να εξαγνιστείτε γι’αυτήν την ύβρη που διαπράξατε». Η μάγισσα Κίρκη, αδερφή του Αιήτη, που ζούσε σε εκείνα τα μέρη, εξάγνισε την ανιψιά της και τον Ιάσονα, αφού τους υποχρέωσε σε μια σειρά από θυσίες, προκειμένου να απαλλαγούν από το βάρος της αμαρτίας του φόνου.
Στο γυρισμό οι Αργοναύτες πλανήθηκαν. Είχαν σκοπό να περάσουν τις Συμπληγάδες πέτρες πιστεύοντας ότι ο Αιήτης δεν θα συνέχιζε την καταδίωξή τους προς την Ελλάδα. Ωστόσο φθάνοντας στα ανοιχτά της Μαρσίλιας, ο Δίας τους έστειλε φουρτούνα. Ο Δίας οργίστηκε μαζί τους για τον θάνατο του Άψυρτου κι έπρεπε να τιμωρηθούν. Όταν σταμάτησε η φουρτούνα οι Αργοναύτες διαπίστωσαν ότι το ταξίδι του γυρισμού δεν θα ήταν καθόλου εύκολο και ότι, όπως τους είχε προειδοποιήσει ο Φινέας, δεν θα ακολουθούσαν τον ίδιο δρόμο για την επιστροφή. Η Αργώ πλέον βρισκόταν και πάλι μέσα σε ένα ποτάμι, που ονομαζόταν Ίστρος. Ο Ιάσονας και οι σύντροφοί του αποφάσισαν να ταξιδέψουν ανάποδα στη ροή του ποταμού, με αποτέλεσμα μετά από μέρες να καταφέρουν να βγουν στο Αδριατικό πέλαγος.
Εκεί αναθάρρησαν και ξεκίνησαν το ταξίδι προς το νότο σε πιο γνώριμα νερά. Σύντομα φάνηκε στον ορίζοντα το νησί των Φαιάκων, η σημερινή μας Κέρκυρα. Η θέα της ελληνικής γης σκόρπισε ενθουσιασμό στις τάξεις των Αργοναυτών. Όμως το μένος του Δία δεν είχε κοπάσει και αποφάσισε να τους ταλαιπωρήσει κι άλλο για τον θάνατο του αθώου Άψυρτου, μέχρι να εξιλεωθούν. Τους έστειλε λοιπόν τεράστια θαλασσοταραχή με πελώρια κύματα που απειλούσαν να καταπιούν την Αργώ, ενώ ο αέρας που λυσσομανούσε τους απομάκρυνε από τις ακτές. Μέσα στη φουρτούνα ακούστηκε και πάλι να μιλάει η Αργώ και να λέει «Αργοναύτες ο Δίας σας στέλνει αυτά τα δεινά επειδή είναι θυμωμένος για το θάνατο του Άψυρτου. Πρέπει να εξαγνιστείτε γι’αυτήν την ύβρη που διαπράξατε». Η μάγισσα Κίρκη, αδερφή του Αιήτη, που ζούσε σε εκείνα τα μέρη, εξάγνισε την ανιψιά της και τον Ιάσονα, αφού τους υποχρέωσε σε μια σειρά από θυσίες, προκειμένου να απαλλαγούν από το βάρος της αμαρτίας του φόνου.
14 Σειρήνες
Έτσι το καράβι ξεκίνησε ξανά και πέρασε τη θάλασσα με τις Σειρήνες, που έμοιαζαν με τις γοργόνες καθώς ήταν πανέμορφες γυναίκες που από τη μέση και κάτω είχαν την ουρά ψαριού. Οι Σειρήνες τραγουδούσαν γλυκά, έτσι που όλοι οι θαλασσοπόροι ακούγοντας, ένιωθαν ακατανίκητη λαχτάρα να τις ζυγώσουν. Ρίχνονταν τότε στο νερό, πνίγονταν και τους έτρωγαν οι Σειρήνες. Οι Αργοναύτες ξέφυγαν από τούτον τον κίνδυνο γιατί είχαν μαζί τους τον μουσικό, τον Ορφέα. Ο Ορφέας τραγουδούσε πιο όμορφα από τις Σειρήνες, και δεν νιώσανε καθόλου τη διάθεση να φύγουν από την Αργώ.
Έτσι το καράβι ξεκίνησε ξανά και πέρασε τη θάλασσα με τις Σειρήνες, που έμοιαζαν με τις γοργόνες καθώς ήταν πανέμορφες γυναίκες που από τη μέση και κάτω είχαν την ουρά ψαριού. Οι Σειρήνες τραγουδούσαν γλυκά, έτσι που όλοι οι θαλασσοπόροι ακούγοντας, ένιωθαν ακατανίκητη λαχτάρα να τις ζυγώσουν. Ρίχνονταν τότε στο νερό, πνίγονταν και τους έτρωγαν οι Σειρήνες. Οι Αργοναύτες ξέφυγαν από τούτον τον κίνδυνο γιατί είχαν μαζί τους τον μουσικό, τον Ορφέα. Ο Ορφέας τραγουδούσε πιο όμορφα από τις Σειρήνες, και δεν νιώσανε καθόλου τη διάθεση να φύγουν από την Αργώ.
15 Σκύλλα και Χάρυβδη
Στη συνέχεια η Αργώ θα έπρεπε να περάσει από το στενό με τα δύο τέρατα, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Η Σκύλλα ήταν ένα τέρας με έξη κεφάλια και δώδεκα πόδια που άρπαζε και καταβρόχθιζε τους ναυτικούς που την πλησίαζαν. Η Χάρυβδη από την άλλη ήταν ένα πελώριο τέρας που ρουφούσε με μανία ολόκληρα πλοία, τα οποία δεν μπορούσαν να αντισταθούν στην ορμή της περιδίνησης του νερού, που κατέληγε μέσα της. Οι Αργοναύτες δεν θα είχαν ελπίδα να γλυτώσουν από τα τέρατα αυτά, αν δεν είχαν και πάλι τη θεϊκή βοήθεια της θεάς Ήρας, η οποία αυτή τη φορά παρακάλεσε την θεότητα της θάλασσας και μητέρα του Αχιλλέα, Θέτιδα να ημερώσει τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη ώστε να περάσει με ασφάλεια η Αργώ. Έτσι κι έγινε. Το απέναντι βουνό εξεράγει μέσα σε φλόγες και καπνό που πύκνωσε και σκέπασε το στενό με τα δύο τέρατα. Οι Αργοναύτες έβαλαν όλη τους τη δύναμη και πέρασαν με ταχύτητα το στενό χωρίς να δεχτούν καμία επίθεση.
Στη συνέχεια η Αργώ θα έπρεπε να περάσει από το στενό με τα δύο τέρατα, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Η Σκύλλα ήταν ένα τέρας με έξη κεφάλια και δώδεκα πόδια που άρπαζε και καταβρόχθιζε τους ναυτικούς που την πλησίαζαν. Η Χάρυβδη από την άλλη ήταν ένα πελώριο τέρας που ρουφούσε με μανία ολόκληρα πλοία, τα οποία δεν μπορούσαν να αντισταθούν στην ορμή της περιδίνησης του νερού, που κατέληγε μέσα της. Οι Αργοναύτες δεν θα είχαν ελπίδα να γλυτώσουν από τα τέρατα αυτά, αν δεν είχαν και πάλι τη θεϊκή βοήθεια της θεάς Ήρας, η οποία αυτή τη φορά παρακάλεσε την θεότητα της θάλασσας και μητέρα του Αχιλλέα, Θέτιδα να ημερώσει τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη ώστε να περάσει με ασφάλεια η Αργώ. Έτσι κι έγινε. Το απέναντι βουνό εξεράγει μέσα σε φλόγες και καπνό που πύκνωσε και σκέπασε το στενό με τα δύο τέρατα. Οι Αργοναύτες έβαλαν όλη τους τη δύναμη και πέρασαν με ταχύτητα το στενό χωρίς να δεχτούν καμία επίθεση.
16 Στο νησί των Φαιάκων
Αυτή τη φορά οι Αργοναύτες και ο Ιάσονας έφτασαν με ασφάλεια στο νησί των Φαιάκων όπου ο βασιλιάς Αλκίνοος τους υποδέχτηκε με χαρά και τους πρόσφερε θερμή φιλοξενία. Την ίδια ημέρα όμως έφτασαν και στρατιώτες από την Κολχίδα στο νησί. Ήταν οι διώκτες που είχε στείλει ο Αιήτης για να του φέρουν και πάλι κοντά του την κόρη του. Ο Αλκίνοος ήταν έτοιμος να την παραδώσει, όταν η γυναίκα του η Αρήτη σκέφτηκε ένα τέχνασμα για να το αποτρέψει. Βρήκε μέσα στο βράδυ τον Ιάσονα και τη Μήδεια και τους έπεισε να παντρευτούν. Με τον τρόπο αυτό ο Αιήτης δεν είχε πια δικαίωμα στην Μήδεια, καθώς θα έπρεπε να ακολουθήσει τον άντρα της στην Ελλάδα. Έτσι και ο Αλκίνοος νομιμοποιήθηκε και δεν επέτρεψε να πάρουν οι Κόλχοι την Μήδεια μαζί τους.
Αυτή τη φορά οι Αργοναύτες και ο Ιάσονας έφτασαν με ασφάλεια στο νησί των Φαιάκων όπου ο βασιλιάς Αλκίνοος τους υποδέχτηκε με χαρά και τους πρόσφερε θερμή φιλοξενία. Την ίδια ημέρα όμως έφτασαν και στρατιώτες από την Κολχίδα στο νησί. Ήταν οι διώκτες που είχε στείλει ο Αιήτης για να του φέρουν και πάλι κοντά του την κόρη του. Ο Αλκίνοος ήταν έτοιμος να την παραδώσει, όταν η γυναίκα του η Αρήτη σκέφτηκε ένα τέχνασμα για να το αποτρέψει. Βρήκε μέσα στο βράδυ τον Ιάσονα και τη Μήδεια και τους έπεισε να παντρευτούν. Με τον τρόπο αυτό ο Αιήτης δεν είχε πια δικαίωμα στην Μήδεια, καθώς θα έπρεπε να ακολουθήσει τον άντρα της στην Ελλάδα. Έτσι και ο Αλκίνοος νομιμοποιήθηκε και δεν επέτρεψε να πάρουν οι Κόλχοι την Μήδεια μαζί τους.
17 Από τη Λιβύη στον κήπο των Εσπερίδων
Μετά το νησί των Φαιάκων η Αργώ δέχτηκε και πάλι τους βόρειους ανέμους του Δία ο οποίος συνέχισε να ταλαιπωρεί τους Αργοναύτες. Αυτή τη φορά τους έστειλε ακόμα πιο νότια στη μακρινή Λιβύη. Εκεί κόλλησε μέσα στην άμμο στον κόλπο της Σύρτης. Το πλοίο δεν μπορούσε να κουνηθεί. Η Αργώ μίλησε και πάλι μέσω του ιερού της ξύλου και τους συμβούλεψε να ακολουθήσουν το άλογο της θαλάσσιας θεότητας Αμφιτρίτης, το οποίο βγήκε από τη θάλασσα και άρχισε να καλπάζει μέσα στην έρημο. Οι Αργοναύτες αποφάσισαν να το ακολουθήσουν, κι έτσι πήραν στους ώμους τους την Αργώ και ξεκίνησαν μια μεγάλη και επίπονη πορεία μέσα στο αμμώδες τοπίο της ερήμου. Λίγες μέρες μετά έφτασαν στην λίμνη του θαλάσσιου θεού Τρίτωνα και αντίκρισαν επιτέλους νερό. Το νερό όμως ήταν αλμυρό. Οι Εσπερίδες που βρίσκονταν εκεί κοντά, τους είδαν τους λυπήθηκαν και τους οδήγησαν σε μια πηγή νερού μέσα σε μια όαση. Ο Ηρακλής που είχε ξεκινήσει μαζί με τους Αργοναύτες, είχε περάσει από αυτό το μέρος και είχε χρησιμοποιήσει τον θεό Άτλαντα για να κλέψει τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων καιρό πριν.
Μόλις τους άφησαν όμως και πάλι οι Εσπερίδες οι Αργοναύτες απελπίστηκαν καθώς δεν είχαν τρόπο προσανατολισμού. Η Ήρα και πάλι επενέβηκε και έστειλε τον θεό Τρίτωνα να τους οδηγήσει προς τη θάλασσα. Στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού πέθανε και ο δεύτερος μάντης των Αργοναυτών, ο Μόψος που τον τσίμπησε δηλητηριώδες φίδι της ερήμου. Τελικά η Αργώ βγήκε και πάλι στην θάλασσα, με τους Αργοναύτες να σαλπάρουν γεμάτοι αισιοδοξία προς τα βόρεια.
Μετά το νησί των Φαιάκων η Αργώ δέχτηκε και πάλι τους βόρειους ανέμους του Δία ο οποίος συνέχισε να ταλαιπωρεί τους Αργοναύτες. Αυτή τη φορά τους έστειλε ακόμα πιο νότια στη μακρινή Λιβύη. Εκεί κόλλησε μέσα στην άμμο στον κόλπο της Σύρτης. Το πλοίο δεν μπορούσε να κουνηθεί. Η Αργώ μίλησε και πάλι μέσω του ιερού της ξύλου και τους συμβούλεψε να ακολουθήσουν το άλογο της θαλάσσιας θεότητας Αμφιτρίτης, το οποίο βγήκε από τη θάλασσα και άρχισε να καλπάζει μέσα στην έρημο. Οι Αργοναύτες αποφάσισαν να το ακολουθήσουν, κι έτσι πήραν στους ώμους τους την Αργώ και ξεκίνησαν μια μεγάλη και επίπονη πορεία μέσα στο αμμώδες τοπίο της ερήμου. Λίγες μέρες μετά έφτασαν στην λίμνη του θαλάσσιου θεού Τρίτωνα και αντίκρισαν επιτέλους νερό. Το νερό όμως ήταν αλμυρό. Οι Εσπερίδες που βρίσκονταν εκεί κοντά, τους είδαν τους λυπήθηκαν και τους οδήγησαν σε μια πηγή νερού μέσα σε μια όαση. Ο Ηρακλής που είχε ξεκινήσει μαζί με τους Αργοναύτες, είχε περάσει από αυτό το μέρος και είχε χρησιμοποιήσει τον θεό Άτλαντα για να κλέψει τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων καιρό πριν.
Μόλις τους άφησαν όμως και πάλι οι Εσπερίδες οι Αργοναύτες απελπίστηκαν καθώς δεν είχαν τρόπο προσανατολισμού. Η Ήρα και πάλι επενέβηκε και έστειλε τον θεό Τρίτωνα να τους οδηγήσει προς τη θάλασσα. Στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού πέθανε και ο δεύτερος μάντης των Αργοναυτών, ο Μόψος που τον τσίμπησε δηλητηριώδες φίδι της ερήμου. Τελικά η Αργώ βγήκε και πάλι στην θάλασσα, με τους Αργοναύτες να σαλπάρουν γεμάτοι αισιοδοξία προς τα βόρεια.
18 Τάλως
Σύντομα αντίκρισαν τις ακτές της Κρήτης, που εκείνη την εποχή την φύλαγε από τις επιδρομές ένα τεράστιο κατασκεύασμα, ο Τάλως που ο Δίας είχε χαρίσει στην Ευρώπη. Ήταν ένας τεράστιος χάλκινος γίγαντας κάτι σαν τα σημερινά ρομπότ που έπαιρνε στα χέρια του τους επίδοξους εχθρούς της Κρήτης, τους έκανε κομμάτια και τους πετούσε και πάλι μες στην θάλασσα. Η Μήδεια χρησιμοποίησε και πάλι τα μαγικά της για να καταστρέψει τον Τάλω, ο οποίος έχασε όλη του την ενέργεια και έπεσε σαν άψυχο κουφάρι που ήταν στην παραλία της Κρήτης. Οι Αργοναύτες πανηγύρισαν την νίκη αυτή και πήραν τα απαραίτητα εφόδια προτού αναχωρήσουν και πάλι προς τα βόρεια για την Ιωλκό.
Σύντομα αντίκρισαν τις ακτές της Κρήτης, που εκείνη την εποχή την φύλαγε από τις επιδρομές ένα τεράστιο κατασκεύασμα, ο Τάλως που ο Δίας είχε χαρίσει στην Ευρώπη. Ήταν ένας τεράστιος χάλκινος γίγαντας κάτι σαν τα σημερινά ρομπότ που έπαιρνε στα χέρια του τους επίδοξους εχθρούς της Κρήτης, τους έκανε κομμάτια και τους πετούσε και πάλι μες στην θάλασσα. Η Μήδεια χρησιμοποίησε και πάλι τα μαγικά της για να καταστρέψει τον Τάλω, ο οποίος έχασε όλη του την ενέργεια και έπεσε σαν άψυχο κουφάρι που ήταν στην παραλία της Κρήτης. Οι Αργοναύτες πανηγύρισαν την νίκη αυτή και πήραν τα απαραίτητα εφόδια προτού αναχωρήσουν και πάλι προς τα βόρεια για την Ιωλκό.
19 Η γέννηση της «Καλλίστης»
Ο Δίας τους έστειλε και πάλι κακοκαιρία, σπέρνοντας τον πανικό τους Αργοναύτες. Αυτή τη φορά όμως αποφάσισε ο θεός Απόλλωνας να τους δείξει το δρόμο της σωτηρίας με μια φωτεινή ακτίνα που έλαμψε στον ορίζοντα. Ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες την ακολούθησαν για να βρουν απάγκιο και ξεκούραση στη νήσο Ανάφη. Μετά από λίγες ημέρες ξεκίνησαν και πάλι χωρίς πολλές δυνάμεις πια. Η κούραση κατέλαβε και πάλι τα σώματά τους όταν ένας από τους Αργοναύτες, ο Εύφημος θυμήθηκε ότι ο θεός Τρίτων του είχε δώσει ένα μαγικό σβόλο. Χωρίς να το πολυσκεφτεί τον πέταξε στη θάλασσα και από εκείνο το σημείο αναδύθηκε ένα ολόκληρο και πανέμορφο νησί. Το νησί αυτό οι Αργοναύτες ονόμασαν Καλλίστη δηλαδή «Ωραιοτάτη». Η Καλλίστη είναι το ηφαιστειογενές νησί της Σαντορίνης που ακόμα και σήμερα έχει τα απομεινάρια ενός ηφαιστείου στο κέντρο του. Σημάδι ότι πράγματι μπορεί να αναδύθηκε από τα βάθη του Αιγαίου πελάγους.
Ο Δίας τους έστειλε και πάλι κακοκαιρία, σπέρνοντας τον πανικό τους Αργοναύτες. Αυτή τη φορά όμως αποφάσισε ο θεός Απόλλωνας να τους δείξει το δρόμο της σωτηρίας με μια φωτεινή ακτίνα που έλαμψε στον ορίζοντα. Ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες την ακολούθησαν για να βρουν απάγκιο και ξεκούραση στη νήσο Ανάφη. Μετά από λίγες ημέρες ξεκίνησαν και πάλι χωρίς πολλές δυνάμεις πια. Η κούραση κατέλαβε και πάλι τα σώματά τους όταν ένας από τους Αργοναύτες, ο Εύφημος θυμήθηκε ότι ο θεός Τρίτων του είχε δώσει ένα μαγικό σβόλο. Χωρίς να το πολυσκεφτεί τον πέταξε στη θάλασσα και από εκείνο το σημείο αναδύθηκε ένα ολόκληρο και πανέμορφο νησί. Το νησί αυτό οι Αργοναύτες ονόμασαν Καλλίστη δηλαδή «Ωραιοτάτη». Η Καλλίστη είναι το ηφαιστειογενές νησί της Σαντορίνης που ακόμα και σήμερα έχει τα απομεινάρια ενός ηφαιστείου στο κέντρο του. Σημάδι ότι πράγματι μπορεί να αναδύθηκε από τα βάθη του Αιγαίου πελάγους.
20 Επιστροφή στην Ιωλκό
Από την μια σκάλα πιάνανε την άλλη. Οι Αργοναύτες πέρασαν από το νησί της Αίγινας, όπου ανεφοδιάστηκαν και μάλιστα ξεκίνησαν την παράδοση των αγώνων ταχύτητας κρατώντας αμφορείς γεμάτους νερό, τις Υδροφορίες. Στη συνέχεια η Αργώ άφησε πίσω της τον Σαρωνικό κόλπο και το Σούνιο και μπήκε πλέον στον Ευβοϊκό κόλπο. Από εκεί δεν ήταν μακριά η Μαγνησία. Επιτέλους μετά από τέσσερις μήνες από τότε που η Αργώ είχε πρωτοσηκώσει την άγκυρα, οι Αργοναύτες μπήκαν στον Παγασητικό κόλπο και ατένιζαν το λιμάνι της Ιωλκού. Εκεί συγκινημένοι από το ηρωικό τους ταξίδι, πήραν ο καθένας τον δρόμο του γυρισμού για την ιδιαίτερη πατρίδα του.
Ο Ιάσονας παράδωσε επίσημα το χρυσόμαλλο Δέρας στον Πελία. Όμως όταν έλειπε ο Ιάσονας, ο Πελίας ανάγκασε τον Αίσωνα τον πατέρα του Ιάσωνα και ήπιε φαρμακωμένο αίμα από ταύρο. Φυσικά δεν είχε σκοπό να παραδώσει τον θρόνο και μάλιστα είχε με το μέρος του και τον λαό της Ιωλκού που τον αγαπούσαν για βασιλιά τους…
Από την μια σκάλα πιάνανε την άλλη. Οι Αργοναύτες πέρασαν από το νησί της Αίγινας, όπου ανεφοδιάστηκαν και μάλιστα ξεκίνησαν την παράδοση των αγώνων ταχύτητας κρατώντας αμφορείς γεμάτους νερό, τις Υδροφορίες. Στη συνέχεια η Αργώ άφησε πίσω της τον Σαρωνικό κόλπο και το Σούνιο και μπήκε πλέον στον Ευβοϊκό κόλπο. Από εκεί δεν ήταν μακριά η Μαγνησία. Επιτέλους μετά από τέσσερις μήνες από τότε που η Αργώ είχε πρωτοσηκώσει την άγκυρα, οι Αργοναύτες μπήκαν στον Παγασητικό κόλπο και ατένιζαν το λιμάνι της Ιωλκού. Εκεί συγκινημένοι από το ηρωικό τους ταξίδι, πήραν ο καθένας τον δρόμο του γυρισμού για την ιδιαίτερη πατρίδα του.
Ο Ιάσονας παράδωσε επίσημα το χρυσόμαλλο Δέρας στον Πελία. Όμως όταν έλειπε ο Ιάσονας, ο Πελίας ανάγκασε τον Αίσωνα τον πατέρα του Ιάσωνα και ήπιε φαρμακωμένο αίμα από ταύρο. Φυσικά δεν είχε σκοπό να παραδώσει τον θρόνο και μάλιστα είχε με το μέρος του και τον λαό της Ιωλκού που τον αγαπούσαν για βασιλιά τους…
21 Η δικαίωση του Ιάσονα
Ο Ιάσονας ούτε και δοκίμασε να πάρει ο ίδιος πίσω το αίμα του πατέρα του. Άφησε τη φροντίδα στη Μήδεια. Αυτή έπιασε φιλίες με τις κόρες του Πελία και για να τους δείξει τη μαγική της τέχνη πήρε ένα γερασμένο κριάρι, για να το ξανανιώσει. Έβαλε κι έβρασε βότανα μέσα σε ένα μεγάλο καζάνι, κομμάτιασε το κριάρι στα τέσσερα και το πέταξε μέσα στο ζουμί. Σε λίγες στιγμές, βγήκε από μέσα ένα χοροπηδηχτό αρνάκι: το γέρικο κριάρι είχε ξανανιώσει. Οι κόρες του Πελία, στενοχωρεμένες που ο πατέρας τους γερνούσε ρώτησαν τη Μήδεια αν η τέχνη της θα έφερνε το ίδιο αποτέλεσμα και στους ανθρώπους, κι αυτή τους το βεβαίωσε. Τότε οι Πελιάδες κομματιάσανε στα τέσσερα τον πατέρα τους και τον πέταξαν να βράσει στο καζάνι. Η μάγισσα όμως δεν είχε βάλει τα ίδια χόρτα κι ο Πελίας δεν αναστήθηκε. Απελπισμένες από ενοχές, οι κόρες του αυτοεξορίστηκαν στην Αρκαδία. Ο Ιάσονας είχε πάρει την εκδίκησή του.
Ο Ιάσονας ούτε και δοκίμασε να πάρει ο ίδιος πίσω το αίμα του πατέρα του. Άφησε τη φροντίδα στη Μήδεια. Αυτή έπιασε φιλίες με τις κόρες του Πελία και για να τους δείξει τη μαγική της τέχνη πήρε ένα γερασμένο κριάρι, για να το ξανανιώσει. Έβαλε κι έβρασε βότανα μέσα σε ένα μεγάλο καζάνι, κομμάτιασε το κριάρι στα τέσσερα και το πέταξε μέσα στο ζουμί. Σε λίγες στιγμές, βγήκε από μέσα ένα χοροπηδηχτό αρνάκι: το γέρικο κριάρι είχε ξανανιώσει. Οι κόρες του Πελία, στενοχωρεμένες που ο πατέρας τους γερνούσε ρώτησαν τη Μήδεια αν η τέχνη της θα έφερνε το ίδιο αποτέλεσμα και στους ανθρώπους, κι αυτή τους το βεβαίωσε. Τότε οι Πελιάδες κομματιάσανε στα τέσσερα τον πατέρα τους και τον πέταξαν να βράσει στο καζάνι. Η μάγισσα όμως δεν είχε βάλει τα ίδια χόρτα κι ο Πελίας δεν αναστήθηκε. Απελπισμένες από ενοχές, οι κόρες του αυτοεξορίστηκαν στην Αρκαδία. Ο Ιάσονας είχε πάρει την εκδίκησή του.
22 Η Μήδεια εκδικείται
Κι ωστόσο ο ήρωας δεν πήρε το θρόνο του Πελία. Ο ξάδερφός του, ο Άκαστος τον κράτησε κι έδιωξε από το βασίλειο τον Ιάσονα και τη Μήδεια. Εκείνοι μπήκαν στην Αργώ και αποτραβήχτηκαν στην Κόρινθο όπου ο Ιάσονας έβγαλε την Αργώ από το νερό και αφιέρωσε το πλοίο στον ναό του Ποσειδώνα. Εκεί έζησαν δέκα ήσυχα χρόνια κι απόκτησαν παιδιά. Μα ξαφνικά, ο Ιάσονας αγάπησε τη Γλαύκη, την κόρη του βασιλιά της Κορινθίας κι έδιωξε τη Μήδεια. Αυτή έδειξε στην αρχή υπομονή για την κακοτυχία της και μάλιστα, τη μέρα που είχε οριστεί για το γάμο του Ιάσονα με την Γλαύκη, της έστειλε δώρο ένα περίφημο φόρεμα. Η Γλαύκη έκανε την ανοησία να το φορέσει μα στη στιγμή, το φόρεμα έβγαλε φλόγες και την έκαψε, τρυπώνοντας ως μέσα στις φλέβες της. Έτρεξε τότε ο πατέρας της Κρέοντας να τη γλυτώσει και κάηκε κι εκείνος. Πήρε φωτιά και το παλάτι. Και η Μήδεια, παίρνοντας μάρτυρες τους θεούς για την επιορκία του Ιάσονα, σκότωσε με τα ίδια της τα χέρια τα παιδιά που απόκτησε από εκείνον και πέταξε στον ουρανό μέσα σε άρμα που έσερναν δράκοντες.
Κι ωστόσο ο ήρωας δεν πήρε το θρόνο του Πελία. Ο ξάδερφός του, ο Άκαστος τον κράτησε κι έδιωξε από το βασίλειο τον Ιάσονα και τη Μήδεια. Εκείνοι μπήκαν στην Αργώ και αποτραβήχτηκαν στην Κόρινθο όπου ο Ιάσονας έβγαλε την Αργώ από το νερό και αφιέρωσε το πλοίο στον ναό του Ποσειδώνα. Εκεί έζησαν δέκα ήσυχα χρόνια κι απόκτησαν παιδιά. Μα ξαφνικά, ο Ιάσονας αγάπησε τη Γλαύκη, την κόρη του βασιλιά της Κορινθίας κι έδιωξε τη Μήδεια. Αυτή έδειξε στην αρχή υπομονή για την κακοτυχία της και μάλιστα, τη μέρα που είχε οριστεί για το γάμο του Ιάσονα με την Γλαύκη, της έστειλε δώρο ένα περίφημο φόρεμα. Η Γλαύκη έκανε την ανοησία να το φορέσει μα στη στιγμή, το φόρεμα έβγαλε φλόγες και την έκαψε, τρυπώνοντας ως μέσα στις φλέβες της. Έτρεξε τότε ο πατέρας της Κρέοντας να τη γλυτώσει και κάηκε κι εκείνος. Πήρε φωτιά και το παλάτι. Και η Μήδεια, παίρνοντας μάρτυρες τους θεούς για την επιορκία του Ιάσονα, σκότωσε με τα ίδια της τα χέρια τα παιδιά που απόκτησε από εκείνον και πέταξε στον ουρανό μέσα σε άρμα που έσερναν δράκοντες.
23 Η Αργώ «γράφει» τον επίλογο
Κι ο Ιάσονας; Γύρισε πίσω στην Ιωλκό και με κάμποσους φίλους συμμάχους, κατάφερε κι έδιωξε τον Άκαστο, το γιο του Πελία, και πήρε το θρόνο. Και στα γηρατειά του του άρεσε να λέει την ιστορία του, και συχνά λαχταρούσε την εποχή που γύριζε τον κόσμο, αντάμα με την πιο ωραία και την πιο σκληρή απ’όλες τις μάγισσες. Μια μέρα ο Ιάσονας αποφάσισε πριν πεθάνει να πάει στην Κόρινθο και να αποχαιρετήσει την Αργώ από κοντά. Οι Κορίνθιοι τον υποδέχτηκαν με τιμές και τον οδήγησαν μέσα στον ναό όπου βρισκόταν το γέρικο σκαρί του ηρωικού καραβιού. Ο Ιάσονας βαθιά συγκινημένος χάιδεψε το αγαπημένο του πλοίο με το οποίο είχε ζήσει τόσες περιπέτειες. Έτσι, αναπολώντας πίσω στο χρόνο την Αργοναυτική εκστρατεία, το σαπισμένο από τα χρόνια κατάρτι του πλοίου έσπασε και έπεσε απάνω στον Ιάσονα σκοτώνοντάς τον ακαριαία. Αυτός ήταν ο ιδανικός επίλογος για τον Ιάσονα, αφού πέθανε δίπλα στο αγαπημένο του πλοίο, σε βαθιά γεράματα δοξασμένος και ευτυχισμένος αφού είχε το προνόμιο να ζήσει όσο λίγοι ήρωες.
Αν κάποιος επισκεφτεί τον Βόλο σήμερα, θα δει στο λιμάνι ένα μικρό μπρούτζινο αντίγραφο της Αργούς και μια επιγραφή που απαριθμεί όλους τους Αργοναύτες. Επίσης στο λιμάνι μπορεί κανείς να δει ένα ακριβές αντίγραφο του προϊστορικού πλοίου, μια μονήρη πεντηκόντορο του 14ου αιώνα π.Χ. που αναβιώνει τη μυθική εποχή του Ιάσονα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου