Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Οι θετικές επιστήμες ξεκίνησαν από τους αρχαίους Έλληνες

           Ολόκληρος ο δυτικός πολιτισµός γεννήθηκε και αναπτύχθηκε έχοντας ως
βάση τον τρόπο σκέψης που χάραξαν, διαµόρφωσαν και δίδαξαν οι αρχαίοι Έλληνες.
Για πρώτη φορά στην αρχαία Ελλάδα ο νους δεν ικανοποιείται µε τις µυθολογικές
ερµηνείες του κόσµου. Ο µελετητής δεν αρκείται να δώσει πρακτικές απαντήσεις στα
προβλήµατα, αλλά προσπαθεί να επεκταθεί παραπέρα σε όλα τα νοητά αντίστοιχα
προβλήµατα, να οδηγηθεί σε γενικεύσεις και σε αφαιρέσεις, να οικοδοµήσει τον ορθό
λόγο για να διατυπώσει µε σαφήνεια έννοιες, ορισµούς και νόµους γενικούς. Αυτή η
µετάβαση από το µύθο στο λόγο, στην επιστηµονική σκέψη, ήταν ένα θαύµα, µια
τοµή, µια επανάσταση.
           Η Φιλοσοφία γεννήθηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα στην Ιωνία και η εξάπλωσή της
στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις ήταν η απαρχή µιας λαµπρής πορείας του ελληνικού
πνεύµατος στην αναζήτηση της αλήθειας, όχι για να εξυπηρετήσει πρακτικές
ανάγκες, αλλά για να ικανοποιήσει πνευµατικές ανησυχίες και αναζητήσεις.
           Τα Μαθηµατικά ήταν ένα ευρύτατο πεδίο πνευµατικής αναζήτησης γι' αυτό
ασχολήθηκαν µαζί τους όλοι σχεδόν οι φιλόσοφοι εκείνης της εποχής.
           Η απόδειξη, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία εξέλιξης των
Μαθηµατικών, ξεκίνησε από τον Θαλή, αναπτύχθηκε από τον Πυθαγόρα και τους
Πυθαγόρειους, συστηµατοποιήθηκε από τον Πλάτωνα και κυρίως από τον
Αριστοτέλη, χρησιµοποιήθηκε σε περισσότερο τελειοποιηµένη µορφή από τον
Ευκλείδη και θα µπορούσαµε να πούµε ότι τελειοποιήθηκε από τον Αρχιµήδη.
           Η σύλληψη της ιδέας της αξιωµατικής θεµελίωσης οφείλεται στους αρχαίους
Έλληνες. Κλασικό παράδειγµα είναι η Ευκλείδεια Γεωµετρία. Στοιχεία όµως
αξιωµατικής θεµελίωσης βρίσκουµε και σε άλλα αρχαία ελληνικά κείµενα. Οι
Πυθαγόρειοι π.χ. είχαν διευκρινίσει ότι η αποδεικτική διαδικασία πρέπει να έχει
κάποια δεδοµένα (τις υποθέσεις), και κάποιους αρχικούς συλλογισµούς. Ο
Αριστοτέλης επίσης µας δίνει όλα τα στοιχεία µιας αξιωµατικής θεµελίωσης.
Αναφέρεται στις αρχικές έννοιες, -τις θέσεις, όπως τις ονοµάζει- στους ορισµούς, στα
αξιώµατα, στην αποδεικτική διαδικασία και στην απόδειξη. Η αξιωµατική θεµελίωση
που ανέπτυξαν οι αρχαίοι Έλληνες είναι ίδια µε εκείνη που χρησιµοποιούµε σήµερα.
           Η Θεωρία Αριθµών είναι ένας άλλος τοµέας που η επινόησή του οφείλεται
στους Έλληνες. Για την ανάπτυξη αυτής της θεωρίας σηµαντική ήταν η συµβολή των
Πυθαγορείων, του Πλάτωνα στην Ακαδηµία, καθώς και του Ευκλείδη µε το έργο του
 ́Στοιχείαª. Καθοριστική ήταν επίσης συµβολή του Αρχιµήδη και του ∆ιόφαντου.
           Η Γεωµετρική Άλγεβρα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των αρχαίων
ελληνικών Μαθηµατικών. Οι Έλληνες έλυναν πολλά προβλήµατα της Αριθµητικής
µε τη βοήθεια της Γεωµετρίας, αλλά και πολλά γεωµετρικά προβλήµατα µε τη
χρησιµοποίηση αριθµητικών υπολογισµών. Υπήρχαν έννοιες που µπορούσαν να
θεωρηθούν και αριθµητικές και γεωµετρικές. Π.χ. οι αναλογίες, καθώς και η λύση
των εξισώσεων µπορούν να θεωρηθούν ως κοινό µέρος της Αριθµητικής και της
Γεωµετρίας.
           Η Ανάλυση, που είναι σήµερα ο σηµαντικότερος κλάδος των βασικών
Μαθηµατικών, έχει την αφετηρία της στην αρχαία Ελλάδα. Π.χ. ο ∆ηµόκριτος
καθόρισε την έννοια του απειροστού µεγέθους και έκαµε διάκριση µεταξύ φυσικού
απειροστού (άτοµο) και µαθηµατικού απειροστού. Στον Πλάτωνα και στον
Αριστοτέλη υπάρχει η έννοια του απείρου και του συνεχούς µεγέθους. Τα παράδοξα
του Ζήνωνα περιέχουν την έννοια του ορίου, της συνέχειας, καθώς και του
αθροίσµατος των απείρων όρων µιας ακολουθίας.
          Στα έργα των Πυθαγορείων, του Ευδόξου και του Αρχιµήδη υπάρχουν τόσα
και τέτοια στοιχεία µαθηµατικής Ανάλυσης, ώστε τα έργα αυτά σήµερα θεωρούνται
ως οι πρωτοπόροι της δηµιουργίας του διαφορικού και του ολοκληρωτικού λογισµού.
          Η Γεωµετρία είναι καθαρά ελληνική επιστήµη. Ο Ευκλείδης µε τα Στοιχεία του
οδηγεί τον τρόπο σκέψης της ανθρωπότητας για 2.300 χρόνια.
          Η Αστρονοµία ως επιστήµη βρήκε επίσης πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης στην
αρχαία Ελλάδα. Ο Θαλής, ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι είχαν κάνει αρκετές
αστρονοµικές παρατηρήσεις και µετρήσεις. Είναι γνωστή η θεωρία του Αρίσταρχου
του Σαµίου για τις κινήσεις της Γης. Ο Αρχιµήδης κατασκεύασε αρκετά αστρονοµικά
όργανα, µε τα οποία υπολόγιζε το µέγεθος της Γης, της Σελήνης και του Ηλίου, την
απόσταση της Γης από τον Ήλιο και τους πλανήτες, το µήκος της τροχιάς της Γης
κ.λπ. Το έργο του Πτολεµαίου και του Ιππάρχου υπήρξε πηγή αναφοράς για όλους
τους µεταγενέστερους αστρονόµους.
          Έτσι, η αρχαία Ελλάδα υπήρξε η κοιτίδα όχι µόνο της µαθηµατικής σκέψης
αλλά και της επιστηµονικής σκέψης γενικότερα.
 
 ́ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑª - ΑΦΙΕΡΩΜΑ - 13/02/2001

Excerpt From: "Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός" by Georgia Vougioukli. Scribd.
This material may be protected by copyright.

Read this book on Scribd: http://www.scribd.com/doc/94024331

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Πως οι Έλληνες έγιναν Ρωμαίοι

Ενώ, πριν από ελάχιστα χρόνια, η αναφορά στους Έλληνες ως Ρωμαίους ή Ρωμιούς εθεωρείτο αυτονόητη, και λέξεις όπως η «ρωμιοσύνη» ήταν συνώνυμα με την πεμπτουσία της ελληνικότητας, την τελευταία περίοδο, μέσα στα πλαίσια της αποδόμησης της ελληνικής ταυτότητας και του ελληνικού έθνους, προωθείται μια καινοφανής και αυθαίρετη αντίληψη, ότι δηλαδή οι «Ρωμιοί» δεν είναι Έλληνες, διότι οι Έλληνες εξαφανίστηκαν από το ιστορικό προσκήνιο μετά το 146 π.Χ. και την οριστική κατάληψη της Ελλάδας από τους Λατίνους. Εν συνεχεία, πάντα σύμφωνα με αυτή τη λογική, οι Έλληνες εξαφανίζονται, ενώ η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που συνέχιζε να αποκαλείται «ρωμαϊκή», δεν έχει πλέον καμιά οργανική σχέση με τους Έλληνες, παρότι οι Βυζαντινοί μιλούσαν ελληνικά και μελετούσαν ασταμάτητα τους αρχαίους Έλληνες. Προς ενίσχυση μάλιστα της αντίληψης τους, υπενθυμίζουν ότι, εξ αιτίας της επικράτησης του χριστιανισμού, την ίδια στιγμή που η Κωνσταντινούπολη αναλαμβάνει την πρωτοκαθεδρία από τη Ρώμη, η λέξη Έλληνας ταυτίζεται πλέον με τον «εθνικό», δηλαδή τον ειδωλολάτρη. Ποια άλλη απόδειξη λοιπόν χρειάζεται για να καταδειχθεί πως οι Έλληνες έπαψαν να υπάρχουν και αντικαταστάθηκαν από αυτούς τους ακαθορίστου εθνικής ταυτότητος χριστιανούς ρωμιούς;
Έτσι, λοιπόν, οι Έλληνες αποτελούν ένα έθνος και έναν πολιτισμό που στην πραγματικότητα περιορίζεται στους αρχαίους χρόνους, ενώ στη συνέχεια υποτάχθηκε σε ξένους κατακτητές και είτε απορροφήθηκε από αυτούς, είτε παρέμεινε υποταγμένο… μέχρι το 1821. Η κυρίαρχη σήμερα άποψη στους εκσυγχρονιστικούς ιστορικούς κύκλους είναι πως οι νεώτεροι Έλληνες αποτελούν ένα νέο έθνος, που συγκροτήθηκε από διάφορους άλλους λαούς και δεν έχει καμιά ουσιαστική συγγένεια με τους αρχαίους Έλληνες. Πρόκειται για την περιβόητη θεωρία της ασυνέχειας του ελληνισμού, που πρώτος εισήγαγε ο Φαλμεράυερ, επανεισήγαγαν στις μέρες μας ο Μάνγκο και ο Χομπσμπάουμ και επαναλαμβάνουν νυχθημερόν οι ατάλαντοι και αμόρφωτοι μαθητές του στα ελληνικά Πανεπιστήμια.
Μάλιστα, για πολλούς, ούτε καν οι Μακεδόνες ήταν Έλληνες, και θα το διατυμπάνιζαν πολύ πιο υψηλόφωνα, εάν δεν φοβόντουσαν ότι θα ταυτίζονταν ανοιχτά με τους Σλαβομακεδόνες των Σκοπίων. Σε ένα ευρύτερο «λαϊκό» επίπεδο, εκτός των ακαδημαϊκών εκσυγχρονιστικών κύκλων, τις ίδιες απόψεις προωθούν και αρκετοί από τους λεγόμενους «αρχαιολάτρες». Στη μια εκδοχή τους, που εκπροσωπεί ο Δαυλός, υποστηρίζουν πως ο ελληνισμός έπαυσε να υπάρχει σαν τέτοιος, ενώ οι αξίες του διακινούνται και εκπροσωπούνται σήμερα από τη Δύση και την Αμερική και όχι βέβαια από το σύγχρονο «ελλαδικό κρατίδιο». Σε μιαν άλλη εκδοχή, περισσότερο λαϊκιστική και «πιασάρικη», ώστε να μπορεί να διακινείται και από τους… ταξιτζήδες όλης της χώρας, υποστηρίζουν τη θεωρία των υπόδουλων Ελλήνων, σε Ρωμαίους, Βυζαντινούς και Τούρκους, διαδοχικά. Οι νεώτεροι Έλληνες θα πρέπει σήμερα να ανασυνδεθούν με την αρχαία τους παράδοση, απορρίπτοντας τον χριστιανισμό και το Βυζάντιο ως αλλότριες παραδόσεις.
Έχουμε αναφερθεί πλειστάκις στις αφέλειες, τις ανακρίβειες και τις στρεβλώσεις που χαρακτηρίζουν αυτή την απόπειρα ιστορικής αναθεώρησης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στο Βυζάντιο, ως τον ενδιάμεσο ιστορικό κρίκο ανάμεσα στον αρχαίο και τον νεώτερο ελληνικό κόσμο. Έχουμε δείξει πως το Βυζάντιο αποτέλεσε την περίοδο του μεσαιωνικού ελληνισμού και πως ο χριστιανισμός διαμορφώθηκε προνομιακά, υπό την επίδραση των ελληνικών αντιλήψεων και του ελληνικού λόγου, σε οικουμενική αντίληψη, σφραγισμένη από την ελληνική φιλοσοφία και ήθη. [Βλέπε Άρδην, τεύχη 28, 48, 51, 57-58,60 καθώς και Γ. Καραμπελιάς, Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2007.]
Ωστόσο, μέχρι σήμερα, δεν είχαμε ασχοληθεί σχεδόν ποτέ με έναν απαραίτητο κρίκο αυτής της ιστορικής συνέχειας, την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, και την ελληνιστική μετάλλαξη της έννοιας του ελληνισμού από έναν «φυλετικό» πολιτισμό σε οικουμενικό πολιτισμικό πρότυπο, η οποία προηγείται, και μόνη αυτή μπορεί να ερμηνεύσει και την επικράτηση του όρου «Ρωμαίος» στη βυζαντινή περίοδο. Τη διερεύνηση αυτής της αποφασιστικής μετάβασης επιχειρούμε με το εκτενές αφιέρωμα του παρόντος τεύχους, επικεντρωμένου κατ’ εξοχήν στη ρωμαϊκή περίοδο και τη μετεξέλιξή της προς το Βυζάντιο.

Συνέχεια και ρήξεις
Συχνά, στην αντιπαράθεση μεταξύ των οπαδών της «ασυνέχειας» και εκείνων της συνέχειας του ελληνικού έθνους, προβάλλεται από τους θιασώτες της τελευταίας η άποψη πως το ελληνικό έθνος παρέμεινε αναλλοίωτο στην ιστορική διαδρομή. Μια τέτοια τοποθέτηση είναι κατανοητή, δεδομένης της συστηματικής διαστρέβλωσης των ιστορικών γεγονότων που επιδιώκουν οι οπαδοί της ασυνέχειας.
Ωστόσο, η συνέχεια δεν πρέπει να νοείται σαν μια γραμμική πορεία χωρίς τομές και ρήξεις, αλλά ως μία μετεξέλιξη με αναβαθμούς, μεταλλαγές και μετατοπίσεις, οι οποίες, ενώ δεν αλλοιώνουν την πραγματικότητα της συνέχειας, ωστόσο την ιστορικοποιούν και τη σχετικοποιούν. Διαφορετικά, όχι μόνο θα προωθούσαμε μια α-ιστορική και μεταφυσική αντίληψη περί ελληνικού έθνους, αναλλοίωτου στους αιώνες, αλλά και θα καθιστούσαμε ευάλωτη την άποψή μας έναντι των οπαδών της ασυνέχειας. Διότι, είναι τόσο προφανείς οι διαφορές ανάμεσα στους αρχαίους Έλληνες και τους νεώτερους, ανάμεσα στους αρχαίους και τους Βυζαντινούς, κ.ο.κ., ώστε η εμμονή στην άποψη του διαχρονικά «αναλλοίωτου» χαρακτήρα της ελληνικής ταυτότητας να λειτουργεί εν τέλει υπέρ εκείνων που αυτές τις διαφορές επιθυμούν να τις ανάγουν σε διαφορές είδους: άλλο έθνος οι αρχαίοι Έλληνες, άλλο οι Βυζαντινοί, άλλο οι νεώτεροι.
Κατά συνέπεια, πρέπει να επισημαίνουμε με συστηματικό τρόπο αυτές τις διαφορές και τις ρήξεις στη συνέχεια, έτσι ώστε να διαμορφώσουμε μια επιστημονική, συνεκτική, ρεαλιστική και κατά το δυνατόν πιο αντικειμενική εικόνα για την «ελληνική συνέχεια».
Όταν μιλάμε λοιπόν για το ελληνικό έθνος κατά την αρχαιότητα, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ταυτότητά του υπήρξε φυλετική και «πολιτοκρατική». Δηλαδή, ενώ οι Έλληνες, έχουν συνείδηση της κοινότητάς τους, που γίνεται πιο έντονη κατά τη διάρκεια των εξωτερικών πολέμων, από τον Τρωικό έως τους Περσικούς πολέμους, ταυτόχρονα η πολιτειακή τους οργάνωση χαρακτηρίζεται από τη φυλετικότητα –που αποτέλεσε την αφετηρία της συγκρότησης των Ελλήνων σε έθνος– και τον πατριωτισμό της «πόλης-κράτους», που συναρθρώνεται με την ευρύτερη εθνική τους συνείδηση. Έτσι, όπως γνωρίζουμε, στην αρχαία Αθήνα, οι μέτοικοι δεν γίνονται δεκτοί ως πολίτες με πλήρη δικαιώματα, τα οποία απολαμβάνουν μόνο όσοι κατάγονται από τις αρχέγονες φυλές του ελληνικού άστεως. Στη Σπάρτη, πολιτειότητα απολαμβάνουν μόνο οι Λακεδαιμόνιοι και όχι οι Μεσσήνιοι.
Αυτού του τύπου η συγκρότηση του ελληνικού έθνους, κατά τη διάρκεια της κλασικής περιόδου, έρχεται σε σύγκρουση με τις ανάγκες μιας ευρύτερης πολιτειακής διαμόρφωσης του ελληνισμού. Οι Αθηναίοι, οι Σπαρτιάτες, οι Θηβαίοι, θα παλεύουν μεταξύ τους για εκατόν πενήντα χρόνια για την πρωτοκαθεδρία και την ένωση της Ελλάδας υπό την ηγεμονία τους. Εν τέλει, αυτή την περιβόητη ενοποίηση θα την επιτύχει μια ελληνική δύναμη, που βρισκόταν στην περιφέρεια της κλασικής Ελλάδας, και της οποίας οι πολιτικοί θεσμοί δεν είχαν μετεξελιχθεί προς την κατεύθυνση της πόλης-κράτους, αλλά μάλλον προς τη συγκρότηση ενός εδαφικά ευρύτερου κράτους, οι Μακεδόνες. Το τίμημα γι’ αυτή τη μετάβαση ήταν βέβαια υψηλό, η αποδυνάμωση των μορφών άμεσης δημοκρατίας και αυτοδιοίκησης της παλιάς πόλης-κράτους, αλλά ταυτόχρονα ήταν ο μόνος τρόπος για να πάψουν οι Έλληνες να συγκρούονται μεταξύ τους. Οι Μακεδόνες, επειδή ήταν ίσως οι μόνοι Έλληνες που είχαν λιγότερο αναπτυγμένη την έννοια της τοπικής πολιτειότητας, ήταν και οι καταλληλότεροι για να επιχειρήσουν τη μετάβαση από τη φυλετική και «πολιτοκεντρική» οργάνωση του ελληνισμού, προς μία ευρύτερη κρατική συγκρότηση, η οποία εμπεριείχε μεν τις παλαιότερες κρατικές οντότητες των πόλεων, αλλά με μειωμένες πλέον δικαιοδοσίες. Όμως, αυτή η συνένωση του ελληνικού έθνους υπό τους Μακεδόνες πραγματοποιήθηκε τη στιγμή –ή ίσως και με αυτό το κίνητρο– που επιχειρείται μια χωρίς προηγούμενο επέκταση της Ελλάδας προς τα Ανατολικά. Τη μάχη της Χαιρωνείας (338 π.Χ.) θα ακολουθήσει σχεδόν αμέσως η μάχη στον Γρανικό (334) και την Ισσό (333).
Ο οικουμενικός ελληνισμός και η ρωμαϊκή κατάκτηση
Είχαμε εισέλθει σε μια νέα ιστορική περίοδο του αρχαίου κόσμου, στη λεκάνη της Μεσογείου και την Εγγύς Ανατολή, εκείνη της συγκρότησης οικουμενικών κρατών που στηρίζονταν στην απόσπαση αγροτικού υπερπροϊόντος και στην επέκταση του εμπορίου και των επικοινωνιών. Και οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι στην κούρσα για τη συγκρότηση μιας οικουμενικής αυτοκρατορίας. Διέθεταν ανώτερη παραγωγική οργάνωση, ισχυρότερο στρατό και, πάνω απ’ όλα, έναν πολιτισμό που είχε φτάσει σε τέτοια ύψη για την εποχή του, ώστε αποτελούσε ένα οικουμενικό «υπερόπλο». Όταν ο Αλέξανδρος κατέλαβε την Ανατολή, ο ελληνικός πολιτισμός, με αιχμή του την ελληνική γλώσσα, κυριάρχησε σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολύ σύντομα τα διανοούμενα στρώματα και οι άρχουσες τάξεις της Εγγύς Ανατολής όχι απλώς τον ενστερνίστηκαν, αλλά μεταβλήθηκαν σε οιονεί, ή ακόμα και κυριολεκτικά, Έλληνες. Στη Μικρά Ασία, τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, μέχρι και τα σύνορα της Ινδίας, θα δημιουργηθούν εκατοντάδες ελληνικές πόλεις και θα περάσουμε σε μια νέα περίοδο του ελληνικού πολιτισμού, την ελληνιστική, όπου πλέον η ελληνική ταυτότητα, από φυλετική και πολιτοκρατική, τείνει να μεταβληθεί σε οικουμενική. Ανοίγεται επομένως μια δεύτερη μεγάλη περίοδος στην ιστορία του ελληνικού έθνους, η «οικουμενική», που θα διαρκέσει για πάνω από χίλια διακόσια χρόνια, από τον Μέγα Αλέξανδρο έως τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο και τους Κομνηνούς.
Η κατάληψη αυτού του νέου οικουμενικού ελληνιστικού κόσμου από τους Ρωμαίους δεν μετέβαλε ουσιαστικά την υφή της ελληνικής οικουμενικότητας. Παρά τη ρωμαϊκή κυριαρχία η ελληνική πολιτισμική ταυτότητα θα συνεχίσει να κυριαρχεί στην Ανατολή, ενώ ο ελληνικός πολιτισμός και η ελληνική γλώσσα θα επεκταθούν και προς τη Δύση: στη Ρώμη, τη Γαλατία, την Ισπανία, τη Βρετανία, η ελληνομάθεια θα αποτελεί κριτήριο ανώτερου πολιτισμού.
Η ρωμαϊκή στρατιωτική επικράτηση επί του ελληνικού κόσμου οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Κατ’ αρχάς, η ιστορική «τύχη», η συγκυρία – ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε τη στιγμή που ήταν έτοιμος να στραφεί προς τα δυτικά. Κατά δεύτερο λόγο, η γεωγραφία: η Ρώμη βρισκόταν στο κέντρο μιας χερσονήσου μεγαλύτερης από την ελληνική, με ανάγλυφο πολύ πιο ομαλό, ενώ κατείχε στη Μεσόγειο μια στρατηγική γεωπολιτική θέση, στο κέντρο, μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής λεκάνης και βρισκόταν πολύ λιγότερο εκτεθειμένη από την Ελλάδα σε εξωτερικές επιδρομές. Εν συνεχεία, ακολουθεί η φύση του ρωμαϊκού κράτους και της ρωμαϊκής επέκτασης: η Ρώμη, στους πρώτους αιώνες της επέκτασής της, θα ασχολείται αποκλειστικά με τη σταδιακή κατάκτηση ολόκληρης της Ιταλίας, κατά τη διάρκεια της οποίας θα αναπτύξει όχι μόνο μια απαράμιλλη στρατιωτική μηχανή αλλά και ένα συνεκτικό κρατικό σύστημα και ένα καταπληκτικό δίκτυο συγκοινωνιών. Έτσι, είχε τη δυνατότητα να ενσωματώνει οργανικά τις νέες κτίσεις στο ρωμαϊκό κράτος και τον απαραίτητο χρόνο για να το πράξει, Το ίδιο θα συμβεί και τις υπόλοιπες ρωμαϊκές κατακτήσεις που θα συνεχίζονται επί αιώνες, σε αντίθεση με την αστραπιαία κατάκτηση της Ασίας από τον Μέγα Αλέξανδρο, η οποία δεν έδινε χρόνο για τη διαμόρφωση και συγκρότηση νέων σταθερών κρατικών δομών. Η Ρώμη υπήρξε το πρώτο κατ’ εξοχήν κράτος, με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Γι αυτό και η διάρκεια της κυριαρχίας της υπήρξε τόσο μεγάλη και σταθερή.
Τέλος, το σημαντικότερο, ίσως, στοιχείο υπήρξε η διαίρεση, ενδημική, μεταξύ των Ελλήνων, που επέτρεψε στους Ρωμαίους να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες διαδοχικά και συχνά προσεταιριζόμενοι τους μεν εναντίον των δε (Αχαϊκή Συμπολιτεία, Αιτωλική, Ρόδιοι κ.λπ.).
Το ελληνικό έθνος, ως παλαιότερο, έφερε έντονα τα στίγματα της προηγούμενης φυλετικής του οργάνωσης και δεν ήταν το κατάλληλο «όργανο» για τη διαμόρφωση ενός σταθερού οικουμενικού κράτους. Αντίθετα, όμως, παρέμενε μια πολιτιστική υπερδύναμη. Και η ιστορία είναι πασίγνωστη. Οι Ρωμαίοι, κατώτεροι πολιτιστικά, υποχρεώθηκαν να εξελληνιστούν σε μεγάλη έκταση [βλέπε το σχετικό κείμενο με τα αποσπάσματα των επιστολών του Κικέρωνα από το βιβλίο του Δ. Βελισσαρόπουλου, Ρωμαίοι και Έλληνες] και ταυτόχρονα να εξελληνίσουν και τους λαούς που κατακτούσαν, ιδιαίτερα στη Δύση. Όσο για την Ανατολή, που ήδη «ελληνοκρατείτο», η ρωμαϊκή σταθερότητα προσέφερε το πλαίσιο για τη συνέχιση της ελληνικής πολιτιστικής κυριαρχίας, που, χωρίς τις ρωμαϊκές λεγεώνες, θα είχε υποκύψει ίσως κάτω από τις επιθέσεις των «βαρβάρων».
Όπως λοιπόν επισημαίνουν ο Διονύσιος Ζακυθηνός [στο κείμενο του «Ο Ελληνισμός άνευ πρωτογενούς εξουσίας – Δύο Ιστορικά παράλληλα: Ρωμαιοκρατία και Τουρκοκρατία»] και ο μεγάλος Γάλλος ιστορικός της αρχαίας Ρώμης, Πωλ , η ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν στην πραγματικότητα μια διπλή αυτοκρατορία, κατά το ανάλογο της αυστροουγγρικής, μια ελληνο-ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Μόνο που οι ρόλοι ήταν μοιρασμένοι. Οι Ρωμαίοι κατείχαν την πολιτική και στρατιωτική εξουσία και η Έλληνες την πολιτισμική και διανοητική.
Αυτός ο καταμερισμός, όμως, όχι απλώς δεν ήρε τον ανταγωνισμό μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων αλλά τον αναπαρήγαγε. Διότι οι Ρωμαίοι κρατούσαν ζηλότυπα την πολιτική εξουσία στα χέρια τους και δεν επέτρεπαν την πρόσβαση των Ελλήνων σε αυτή – γι’ αυτό δεν υπήρξε κανένας αυτοκράτορας ελληνικής καταγωγής, παρότι υπήρξαν και Σύροι και Ισπανοί και Ιλλυριοί και Άραβες κ.ά. Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, διατηρώντας την πολιτιστική ηγεμονία, αρνούνταν να ταυτιστούν με τους Ρωμαίους, σε αντίθεση με όλους τους άλλους κατακτημένους λαούς που διεκδικούσαν τη ρωμαϊκότητα. Για πέντε ολόκληρους αιώνες, θα συνεχίσουν να διεκδικούν την ελληνική ταυτότητα και την ιδιαιτερότητά τους έναντι των Ρωμαίων, όπως δείχνει υπέροχα ο Βέιν!

Η οικειοποίηση της ρωμαϊκότητας
Πώς λοιπόν, λιγότερο από έναν αιώνα μετά το τέλος της ηγεμονίας των Λατίνων, γύρω στα 400 μ.Χ., θα γίνουν ξαφνικά Ρωμαίοι (Ρωμιοί) και θα επιμένουν σε αυτή την ονομασία για 1400 χρόνια (μέχρι την επανάσταση του 1821;) Τη μία αιτία την γνωρίζουμε και έχει δια μακρών αναλυθεί, το ότι δηλαδή η επικράτηση του Χριστιανισμού, μέσω της ταύτισης των Ελλήνων με τους παγανιστές, έκανε τους Έλληνες χριστιανούς να εγκαταλείψουν για ορισμένους αιώνες την ονομασία Έλλην. Όμως αυτή η ερμηνεία, ως αποκλειστική απάντηση στο ερώτημα, παρουσιάζει πολλά κενά. Πώς οι Έλληνες εγκατέλειψαν τόσο εύκολα το όνομά τους και αποδέχθηκαν αυτή την ταύτιση, ενώ μέχρι τις αρχές του 4ου αιώνα αρνούνταν συστηματικά να δεχθούν τη «ρωμαϊκότητα» και να εγκαταλείψουν την «ελληνικότητα»;
Για έναν πολύ απλό λόγο, τονίζει ο Βέιν. Διότι, μετά την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και τη μεταφορά του κέντρου βάρους της Αυτοκρατορίας στα Ανατολικά, οι Έλληνες, εκτός από την πολιτισμική εξουσία, κατέκτησαν και την πολιτική! Η ελληνο-ρωμαϊκή αυτοκρατορία θα γίνει ελληνική. Κατά συνέπεια, τώρα πια, οι Έλληνες μπορούσαν να αποκαλούνται… Ρωμαίοι! Γι’ αυτό εξ άλλου, επί χίλια χρόνια, θα αποκαλούν τους Δυτικούς, Λατίνους και όχι Ρωμαίους. Ρωμαίοι ήταν πλέον οι Έλληνες!
Αυτοί οι νέοι «Ρωμαίοι», οι Βυζαντινοί Έλληνες, θα συνεχίσουν για χίλια χρόνια να διεκδικούν την Αυτοκρατορία, απέναντι σε μια Δύση που μόνο μετά τον Καρλομάγνο θα αρχίσει και πάλι να διεκδικεί για λογαριασμό της τη ρωμαϊκότητα.
Εν κατακλείδι, το ελληνικό έθνος, στην οικουμενική του φάση, όταν η ταυτότητα ήταν περισσότερο πολιτισμική, γλωσσική και εν μέρει θρησκευτική, έκανε αποδεκτό τον αυτοπροσδιορισμό Ρωμαίοι –που επί πέντε αιώνες είχε καταστεί συνώνυμος της Αυτοκρατορίας– μόνο όταν έκανε αυτή την αυτοκρατορία δική του! Γι’ αυτό εξ άλλου θα ταυτιστεί και σε τέτοιο βαθμό με την Ορθοδοξία, ως συστατικό στοιχείο της νέας αυτεξούσιας ταυτότητάς του. Η Ορθοδοξία θα μεταβληθεί στο πνευματικό όχημα αυτού του νέου οικουμενικού ρόλου του ελληνισμού. [Ο μεγάλος ιστορικός της αρχαιότητας, Α.Η.Μ. Jones, στο κείμενό του, «Ειδωλολατρεία και χριστιανισμός», δείχνει πως έγινε η μετάβαση από τις προχριστιανικές στη χριστιανική θρησκεία, την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και ο καθηγητής Δ.Ι. Κωνσταντέλος, με τις «Μαρτυρίες και ενδείξεις της ελληνοχριστιανικής ταυτότητας», καταδεικνύει την αδιαμφισβήτητη αλληλοπεριχώρηση ελληνισμού και χριστιανισμού, όχι μόνο στο πεδίο της φιλοσοφίας αλλά και της θρησκείας.]
Χαρακτηριστικό, a contrario, της «αυτοκρατορικής υφής» της ονομασίας Ρωμαίοι είναι το γεγονός πως οι Βυζαντινοί αρχίζουν να ονομάζονται και πάλι Έλληνες, μετά την οριστική συρρίκνωση της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα στη Νίκαια, μετά το 1204 (Βλέπε Άρδην 51 και Γ. Καραμπελιάς, Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού, ό.π.) Και, μέχρι σήμερα, πολλοί Κωνσταντινοπολίτες και Αιγυπτιώτες θα συνεχίζουν να αυτοαποκαλούνται Ρωμιοί, ως μια υπόμνηση της αυτοκρατορικής (sic) τους καταγωγής.
Συνεπώς, για να επιστρέψουμε στην αφετηριακή μας τοποθέτηση, το ελληνικό έθνος, στην ιστορική του διαδρομή, πέρασε από τρεις φάσεις. Τη φυλετική/πολιτοκρατική στην αρχαιότητα, την οικουμενική/πολιτισμική, από τα ελληνιστικά χρόνια μέχρι τα τέλη της πρώτης χιλιετίας, και τη φάση του έθνους-κράτους από το «1204» μέχρι σήμερα [παρά μια οθωμανική «οικουμενική» παρέκβαση επί τουρκοκρατίας]. Η «συνέχεια» είναι πραγματική και τα στοιχεία της αδιαμφισβήτητα, στη γλώσσα, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα, και προπαντός στην αυτοσυνειδησία, καθώς, όμως, και οι τομές και οι βαθύτατοι μετασχηματισμοί. [Τα κείμενα των Δημήτρη Γληνού, «Ουσία της ιστορικής ενότητας», και του Γιώργου Κοντογεώργη, «Η μυθοπλασία στην ιστορία. Η περίπτωση του Έρικ Χομπσμπάουμ» εντάσσονται σε αυτή τη γενικότερη προβληματική πάνω στο ζήτημα της συνέχειας και των ζητημάτων που σήμερα θέτει].
Άραγε, βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στην έκλειψη της ιστορικής έννοιας του έθνους, μετά την κρίση του έθνους-κράτους της καπιταλιστικής εποχής, η οποία έχει περάσει στην αυτοκρατορική φάση της, όπως υποστηρίζουν οι άρχουσες τάξεις και οι αυτοκρατορικές ελίτ, ή, μήπως, μπροστά σε κάποιον νέο μετασχηματισμό της έννοιας του έθνους, σε μια αυθεντικά μετα-νεωτερική κατεύθυνση; [Ο Θεόδωρος Ζιάκας, με το κείμενο «Η ελληνική ταυτότητα στον σύγχρονο κόσμο», επιχειρεί εν μέρει τη διερεύνηση αυτού του ζητήματος.]
Την επόμενη περίοδο, αφού θα έχουμε σε ένα βαθμό «ολοκληρώσει» (σχηματικά, διότι η μελέτη αυτή είναι χωρίς τέλος) τη διερεύνηση της ελληνικής ταυτότητας στην ιστορικότητά της, θα πρέπει να επιμείνουμε πλέον στο τελευταίο αυτό σημείο, ποια δηλαδή μπορεί να είναι η ελληνική ταυτότητα σήμερα και προπαντός αύριο. Αυτό το ζήτημα θα πρέπει να περάσει σταδιακώς στο επίκεντρο των προβληματισμών μας.

ΠΗΓΕΣ
Περ.ΑΡΔΗΝ

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Η Γέννηση των Ελλήνων

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
 ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Οι περισσότεροι γνωρίζουν πως η ιστορία της χώρας μας ξεκινά από την εποχή του Μίνωα. Στην πραγματικότητα όμως η ιστορία της Ελλάδας ξεκινά ακόμα πιο πίσω και συγκεκριμένα 25.000.000 χρόνια πριν, τότε ακόμα που η Ελλάδα δεν είχε καλά καλά δημιουργηθεί.

ΜΕΙΟΚΑΙΝΟ

Βρισκόμαστε στο Μειόκαινο δηλαδή στο 25.000.000 με 5.000.000 π.Χ. Πρωτόγονα είδη ανθρώπου – αρχάνθρωποι βρίσκονται επάνω στο έδαφος της Ελλάδας. Αυτό είναι σημαντικότατο καθώς αποδεικνύει πως οι Έλληνες δεν έχουν αφρικανική καταγωγή όπως υποστηριζόταν από τους επιστήμονες πως έχουν όλοι οι Ευρωπαίοι. Οι Έλληνες είναι γηγενείς!
Ο Αρχάνθρωπος της Τρίλλιας και ο Ουρανοπίθηκος ο Μακεδονικός στην Χαλκιδική καθώς και ο Μεσοπίθηκος ο Πεντελικός έζησαν πριν 11.000.000 με 9.000.000 ολόκληρα χρόνια που αλλού, μα φυσικά στον Ελλαδικό χώρο.
ΠΛΕΙΟΚΑΙΝΟ

Περνώντας στο Πλειόκαινο (5.000.000 – 2.000.000 π.Χ.) οι μαρτυρίες ύπαρξης ανθρώπινης ζωής στον Ελλαδικό χώρο γίνονται πιο έντονες. Αυτή τη φορά συναντάμε τους κυνηγούς του Ελέφαντα στην Πτολεμαΐδα (3.000.000 – 2.500.000 π.Χ.)! Αφού κυνήγησαν και σκότωσαν οι «άνθρωποι» της εποχής τον συγκεκριμένο ελέφαντα αργότερα χρησιμοποίησαν και εργαλεία για να κόψουν και να φάνε το κρέας του. Τα εργαλεία των κυνηγών του Ελέφαντα έχουν βρεθεί δίπλα από τα οστά του ελέφαντα.
 
Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΦΑΝΤΑ
δεξιόχειρα εργαλεία από χαλαζία που βρεθήκαν μαζί με του σκελετούς
 ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ
Παλαιολιθική Εποχή


Ο χρόνος μας οδηγεί στην Παλαιολιθική Εποχή (2.000.000 – 10.000 π.Χ.). Βρισκόμαστε στο σπήλαιο των Πετραλώνων και στο 1.000.000 π.Χ. συναντάμε τα αρχαιότερα ίχνη φωτιάς! Στο ίδιο σπήλαιο επίσης συναντάμε το αρχαιότερο πιάτο του κόσμου από Καύκαλο Χελώνας (800.000 π.Χ.). Την ίδια περίπου περίοδο (800.000 – 500.000 π.Χ.) στο λιγνιτωρυχείο Καρδιάς Πτολεμαΐδας βλέπουμε ένα μοναδικό αντικείμενο το οποίο είναι γνωστό με το όνομα «Πρωτόγλυπτο της Μακεδονίας» και το οποίο αποτελεί μια φιγούρα με κεφάλι, σώμα και πόδια! Επιστρέφοντας στο Σπήλαιο των Πετραλώνων συναντάμε το Κρανίο του Αρχανθρώπου των Πετραλώνων που χρονολογείται περίπου στο 700.000 π.Χ.!



Βραχογραφία Παγγαίου

Συνεχίζουμε να ταξιδεύουμε στην ιστορία της Ελλάδας. Ο άνθρωπος αρχίζει να εξελίσσεται και να δημιουργεί. Οι «βραχογραφίες» αποτελούν τα πρώτα έργα τέχνης της εποχής και φυσικά δεν λείπουν από την Ελλάδα! Η βραχογραφία του Παγγαίου χρονολογείται στο 500.000 π.Χ.. Στην πραγματικότητα στο Παγγαίο υπάρχουν πολλές βραχογραφίες κι όχι μόνο μία. Στοιχεία της φύσης, ζώα κι όλα όσα έβλεπαν γύρω τους οι άνθρωποι της εποχής, αποτελούν τις εικόνες των βραχογραφιών. Παρόμοιες βραχογραφίες υπάρχουν και σε άλλα μέρη της χώρας μας!

Στο 300.000 με 100.000 π.Χ. περίπου χρονολογείται το κρανίο του Homo Sapiens Praesapiens που βρέθηκε στην περιοχή “Απήδημα” Μάνης. Ήδη έχουμε φτάσει σε μια εποχή που αρχίζει να αναπτύσσεται η κοινωνία και ο άνθρωπος φαίνεται να συνδέεται με δεσμούς συγγένειας καθώς επίσης φαίνεται πως όλο και περισσότερο αποκτά κοινωνική συμπεριφορά. Δείγματα ύπαρξης ανθρώπινης ζωής υπάρχουν σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ο άνθρωπος λοιπόν συνεχίζει να πορεύεται και να πορεύεται μέσα στον χρόνο.

Χαρακτηριστικά εργαλεία της παλαιολιθικής εποχής είναι σαν αυτά που χρονολογούνται γύρω στο 40.000 – 10.000 π.Χ. από την Κεφαλονιά. Την ίδια περίπου περίοδο και συγκεκριμένα το 20.300 π.Χ. συναντάμε στη Θάσο ένα αρχαίο ορυχείο εξόρυξης ώχρας!

Μεσολιθική Εποχή

Την περίοδο από το 10.000 μέχρι και το 8.000 π.Χ. ο άνθρωπος έχει εξελιχτεί. Χτίζει καταλύματα, ψαρεύει, ταξιδεύει, εγκαθίσταται σε περιοχές, έχει εξοπλισμό… Παράλληλα αναπτύσσεται η συνεργασία. Το σημαντικότερο; Έχουμε νεκροταφεία! Ο άνθρωπος έχει εξελιχτεί πλέον κοινωνικά. Βρισκόμαστε στη Μεσολιθική Εποχή!

Χαρακτηριστικός Οικισμός της εποχής είναι ο Μεσολιθικός Οικισμός της Κύθνου. Στο 9.000 με 8.000 π.Χ. χρονολογείται περίπου η ταφή που έχει ανακαλυφθεί στον συγκεκριμένο οικισμό. Συνεχίζοντας πάλι σε νησί του Αιγαίου και συγκεκριμένα στην Αλόννησο παρατηρούμε πως η αλιεία έχει αναπτυχθεί. Στην Αλόννησο το 8.500 π.Χ. οι άνθρωποι ψαρεύουν με αγκίστρια! Παράλληλα στο ίδιο νησί και συγκεκριμένα στο σπήλαιο του Κύκλωπα γινόμαστε παρατηρητές ενός θαυμαστού γεγονότος! Η αρχαιότερη γραφή είναι η Ελληνική. Τα σύμβολα στο σπήλαιο του Κύκλωπα θα αποτελούν και αργότερα γράμματα της Ελληνικής γραφής!!
                


Νεολιθική Εποχή

Με το πέρασμα του χρόνου φτάνουμε στη Νεολιθική Εποχή (8.000 – 3.500 π.Χ.). Γεωργία, Κτηνοτροφία, οικονομία, πολιτική δομή και οργάνωση εμφανίζονται στον Ελλαδικό χώρο. Ο άνθρωπος πλέον ζει σε κοινότητες, καταφέρνει να εξημερώσει να καλλιεργήσει. Χωρίς καμία αμφισβήτηση η Νεολιθική Εποχή αποτελεί μια μεταβατική περίοδο από τον άνθρωπο που ζούσε με μοναδική ανάγκη την τροφή στον άνθρωπο της οργάνωσης, των τεχνών και του πολιτισμού.

Αυτό άλλωστε είναι κάτι που φαίνεται σε έναν πολιτισμό που δεν είναι και τόσο γνωστός αλλά αποτελεί έναν από τους πρώτους πολιτισμούς του Ελλαδικού χώρου. Ο πολιτισμός του Σέσκλου στη Θεσσαλία αποτελεί ένα αξιοσημείωτο δείγμα οικισμού που αναπτύχθηκε κατά τη Νεολιθική Εποχή και συγκεκριμένα από το 6.500 ως το 3.000 π.Χ.. Ο πολιτισμός αυτός φαίνεται να καταστρέφεται κάποια στιγμή από μεγάλο σεισμό ο οποίος έκρυψε για χιλιετίες αριστουργήματα κεραμικής τέχνης και όχι μόνο. Λιθοτεχνία, κοσμήματα, σφραγίδες, ειδωλοπλαστική αποτελούν επίσης τις μορφές τέχνης της εποχής.

 

Τήξη Μετάλλων


Χαρακτηριστικά εργαλεία της εποχής είναι τα εργαλεία Νεολιθικής της Πάρου τα οποία χρονολογούνται το 6.000 – 3.000 π.Χ.. Η Κρήτη ήδη ετοιμάζεται σιγά σιγά για την ανάπτυξη ενός εκ των μεγαλύτερων πολιτισμών όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Βρισκόμαστε σε μια «ασήμαντη» κωμόπολη που στα χρόνια της Μινωικής Κρήτης δεν θα έχει σημαντική ανάπτυξη. Πέρα όμως από το γεγονός πως η εποχή της ανάπτυξης για την Ιεράπετρα θα έρθει αργότερα το πήλινο ειδώλιο της Ιεράπετρας του 5.700 με 2.800 π.Χ. αποτελεί ένα εξαίσιο δείγμα ειδωλοπλαστικής στον Ελλαδικό χώρο!

Γύρω στο 4.800 – 3.200 π.Χ. στο σπήλαιο Αλεπότρυπας Διρού στη Μάνη θα βρούμε κοσμήματα τα οποία αποτελούν σταθμό της εξέλιξης του ανθρώπου. Τα συγκεκριμένα κοσμήματα δεν είναι κατασκευασμένα από λίθο όπως παλαιότερα αλλά από Μέταλλο! Η Αρχαιότερη τήξη μετάλλων είναι γεγονός πως έχει γίνει στην Ελλάδα. Αυτό σηματοδοτεί τη λήξη της εποχής του Λίθου. Η Ελλάδα πλέον εισέρχεται στην Εποχή του Χαλκού!
5800-4800 πχ ειδώλιο Ιεράπετρας Κρήτη

ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ - ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ

Εποχή του Χαλκού

Μπαίνοντας στην Εποχή του Χαλκού (3.500 – 1.100 π.Χ.) εισερχόμαστε σε μια νέα εποχή, σε μια εποχή μεμοναδικούς πολιτισμούς. Η εξέλιξη αυτών των πολιτισμών είναι μοναδική παγκοσμίως αφού η οργάνωση εξελίσσεται και παίρνει μια νέα διάσταση. Ανάκτορα, έθιμα, κοινωνία, πολιτισμός, σχέσεις με άλλους λαούς. Η εποχή είναι χαρακτηριστική για την πορεία της Ελλάδας, είναι η Εποχή του Χαλκού.

Μινωικός Πολιτισμός
Ήδη από τη Νεολιθική Περίοδο υπήρχε έντονη πλέον δραστηριότητα στην περιοχή της Κρήτης. Στην εποχή του Χαλκού αυτή η δραστηριότητα γίνεται ένας σπουδαίος πολιτισμός.

Ο Μύθος αναφέρει πως ο Δίας μεταμορφωμένος σε ταύρο έκλεψε την Ευρώπη και την μετέφερε στη Κρήτη. Εκεί έμελλε να γίνει ο τόπος όπου θα γεννούσε τον Μίνωα ύστερα από τις συνευρέσεις της με τον Δία. Ο Μίνωας λίγο αργότερα θα γίνει ο πρώτος βασιλιάς της Κρήτης και θα αναπτύξει έναν μοναδικό πολιτισμό, τον Μινωικό Πολιτισμό ο οποίος αναπτύχθηκε περίπου από το 3.500 με 3.000 και κράτησε μέχρι το 1.400 π.Χ..


 Ο Πρίγκιπας των Κρίνων

Κέντρο αυτού του πολιτισμού, φυσικά η Κνωσός! Το κέντρο αυτό ανέπτυξε δύναμη και χάρισε έναν μοναδικό και με κύρος πολιτισμό, έναν πολιτισμό με διεθνή ακτινοβολία. Η ιεραρχία έπαιξε σημαντικό ρόλο και το ανάκτορο λοιπόν αποτέλεσε το κέντρο αυτής της δύναμης. Από το Ανάκτορο της Κνωσού μπορούμε να καταλάβουμε πως οι Μινωίτες γνώριζαν όχι μόνο γεωμετρία αλλά και μηχανική και υδραυλική ενώ είχαν ανεπτυγμένη τεχνολογία ακόμα και σε αποχετευτικά δίκτυα!

Η θέση της γυναίκας εδώ είναι ανώτερη κάτι που το συναντάμε για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία. Η γυναίκα έχει δικαιώματα, συμμετέχει στην κοινωνία και είναι μέρος της ζωής των Μινωιτών. Στην Μινωική Κρήτη υπάρχει ισοτιμία και αν και προκαλεί έκπληξη το γεγονός των ακάλυπτων στηθών των γυναικών οι ίδιες περιποιούνται τον εαυτό τους και παίρνουν μέρος στα κοινά.

Ακάλυπτα τα στήθη της έχει κι η Θεά με τα φίδια (Θεά των Όφεων) Το περίφημο ειδώλιο που έχει βρεθεί, είναι χαρακτηριστικό της εποχής εκείνης καθώς μέσα από αυτό μπορούμε να παρατηρήσουμε τους ρυθμούς και την μόδα της μινωικής εποχής. Αδιαμφισβήτητα το συγκεκριμένο ειδώλιο αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα κι αξιολογότερα έργα τέχνης του Μινωικού Πολιτισμού!

Αυτό όμως που μένει σε όλους από αυτόν τον μοναδικό πολιτισμό είναι η ζωντάνια μέσα από τις τοιχογραφίες. «Ο πρίγκιπας των Κρίνων», η τοιχογραφία «των Δελφινιών» στο “Μέγαρο της Βασίλισσας”, η «Πομπή» στη “Σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδας”, τα «Ταυροκαθάψια» τα οποία αποτέλεσαν ένα άθλημα της μινωικής εποχής, οι «Κυρίες με τα Γαλάζια», οι «Ελιές» στην τοιχογραφία "Χορός στο ιερό άλσος" και το «Γαλάζιο Πουλί» από το ανάκτορο της Κνωσού είναι κάποια από τα αξιολογότερα δείγματα των μινωικών τοιχογραφιών.


 Κνωσός


Παράλληλα κι η κοσμηματοποιία έχει μια σπουδαιότατη ανάπτυξη κατά την Μινωική εποχή. Αυτό φαίνεται τόσο από τις «Μέλισσες» όσο και από τα «Δαχτυλίδι του Μίνωα» και τα άλλα εκπληκτικά κοσμήματα που έχουν βρεθεί!

Είναι σίγουρο πως ο Μινωικός πολιτισμός αποτέλεσε έναν εκ των σημαντικότερων πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα και ακόμα και στις μέρες μας συνεχίζει να προκαλεί τον θαυμασμό. Κατάφερε σαν πολιτισμός να επικοινωνήσει και να έρθει σε επαφή με άλλους σπουδαίους πολιτισμούς που ξεκίνησαν την συγκεκριμένη περίοδο και για 2 χιλιετίες περίπου κατάφερε να αποτελέσει ένα μοναδικό τμήμα της ιστορίας της Ελλάδας κατορθώνοντας να προσφέρει πολλά σπουδαία και σημαντικά πράγματα! Το 1400 π.Χ. πλησιάζει και ο πολιτισμός τελικώς δύει για να δώσει την θέση του σε άλλους ένδοξους πολιτισμούς που θα αναπτυχθούν αργότερα στην Ελλάδα!



Κυκλαδικός Πολιτισμός
Πριν όμως τη δύση του Μινωικού Πολιτισμού και παράλληλα με την ανάπτυξη του ένας άλλος πολιτισμός ξεκινά να αναπτύσσεται στο Αιγαίο αυτή τη φορά στις Κυκλάδες. Από το 3.000 – 2.000 π.Χ. ο Κυκλαδικός Πολιτισμός ανθίζει στα νησιά του Κεντρικού Αιγαίου κι αναμένεται να εξελιχθεί σε έναν επίσης σπουδαίο πολιτισμό που θα αφήσει την σφραγίδα του στην προϊστορική ιστορία της Ελλάδας.


 Κυκλαδικό Ειδώλιο


Ήδη από την Νεολιθική περίοδο είναι έντονη η ανθρώπινη δραστηριότητα. Ορυχεία, μικροί οικισμοί και γενικώς διάφορα στοιχεία συντελούν σε μια αλματώδη ανάπτυξη που θα σημειωθεί κατά την 3η χιλιετία π.Χ..

Ανάπτυξη σημειώνεται επίσης και στις τέχνες. Ο «Αρπιστής της Νάξου», τα διάφορα κυκλαδικά ειδώλια, τα μαρμάρινα κεφάλια αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία στην γλυπτική, μαρμαρογλυπτική, την κεραμική και την ειδωλοπλαστική. Άλλωστε τα ειδώλια και τα διάφορα γλυπτά της κυκλαδικής εποχής είναι χαρακτηριστικά του πολιτισμού.

Αλματώδη ανάπτυξη παρουσιάζεται και στην ζωγραφική. Ο άνθρωπος πλέον μπορεί να εκφράζεται και σαφέστατα επηρεασμένος ο Κυκλαδικός πολιτισμός από τον Μινωικό γεννιούνται στην Θήρα διάφορες από τις σπουδαιότερες τοιχογραφίες! Ο «Ψαράς», οι «Πυγμάχοι», οι «Κροκοσυλλέκτριες», η «Άνοιξη» αποτελούν μοναδικά δείγματα της Κυκλαδικής τέχνης!


Πυραμίδα Ελληνικού


Την ίδια περίοδο σπουδαία γεγονότα εκτυλίσσονται στον Ελλαδικό χώρο. Τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζει ηΑρχαιότερη Πυραμίδα του Κόσμου η οποία βρίσκεται στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο Άργος. Χρονολογημένη περίπου στο 2.720 π.Χ. αποτελεί ένα μοναδικό μνημείο που χαρακτηρίζει όλη την ιστορία της Ελλάδας. Είναι χτισμένη ακόμα πιο πριν από τις πυραμίδες τις Αιγύπτου κι έχει καταφέρει να κεντρίσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων. Ερωτηματικά λοιπόν δημιουργούνται για το αν οι μεγαλοπρεπείς πυραμίδες της Αιγύπτου ήταν επιτεύγματα των Αιγυπτίων ή αν οι Έλληνες ήταν αυτοί που προσέφεραν τις γνώσεις τους για την δημιουργία τους. Αυτή η σκέψη γίνεται ακόμα εντονότερη καθώς ερευνούνται και πολλές άλλες πυραμίδες που έχουν βρεθεί, φυσικά στην Ελλάδα.

*Η Αλματώδης ανάπτυξη εκτός από τις τέχνες επηρεάζει και την επιστήμη. Στα μυστήρια που έχουν δημιουργηθεί λόγω του χρόνου εντάσσεται και το εγχειρισμένο κρανίο που έχει βρεθεί στις Αρχάνες Κρήτης το οποίο έχει σημάδια αφαίρεσης και επανατοποθέτησης τμήματος του στα βρεγματικά του οστά. Το εντυπωσιακότερο όλων είναι πως υπήρξε επούλωση που σημαίνει πως ο ασθενής επιβίωσε μετά την επέμβαση.

Ανάπτυξη φυσικά υπάρχει και στη γλώσσα. Η Γραμμική Β’ αποτελεί την εξέλιξη της Γραμμικής Α’ με την πρώτη να γεννιέται ίσως μέσα από την δεύτερη που γεννήθηκε στην Μινωική Κρήτη. Πέρα όμως από αυτό επιγραφές έχουν βρεθεί και στο Ακρωτήρι της Θήρας δηλαδή στον Κυκλαδικό πολιτισμό.

Λίγο μετά το 2.000 π.Χ. ο Κυκλαδικός πολιτισμός φτάνει σιγά σιγά στο τέλος του. Η εποχή της ανάπτυξης και της εξέλιξης έχει πλέον τελειώσει. Όπως κι ο Μινωικός με δεδομένο πως ήταν οι πρώτοι πολιτισμοί οι οποίοι αναπτύχθηκαν τόσο πολύ, κατάφερε να προσφέρει, να επηρεάσει και να αφήσει ανεξίτηλα τα πολύτιμα σημάδια του στον Ελλαδικό χώρο. Κατάφερε να δεχθεί στοιχεία από την Μινωική Κρήτη, να τα επεξεργαστεί κι ύστερα να δημιουργήσει μοναδικά πράγματα. Για αυτό και πολλοί λένε πως ο Κυκλαδικός πολιτισμός ήταν μια μεταβατική περίοδος από τον Μινωικό σε εκείνον που θα αναπτυχθεί αμέσως μετά. Με την δύση λοιπόν του Κυκλαδικού πολιτισμού ένας νέος ξεκινάει να ανατέλλει. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός έχει ήδη δημιουργηθεί!

Μυκηναϊκός Πολιτισμός
Με την δύση των δύο εκ των μεγαλύτερων πολιτισμών της Ελλάδας ένας νέος εμφανίζεται στην χώρα μας, αυτή τη φορά στην Πελοπόννησο! Με την πορεία του χρόνου και ενώ στο κεντρικό τμήμα της Ελλάδας κυριαρχεί η πολιτιστική απομόνωση, οι σημαντικότατες επιρροές από τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στο Αιγαίο ήταν αρκετές για την γέννηση του. Σαφέστατα επηρεασμένος από την Μινωική Κρήτη αναπτύσσεται ένας εξίσου μοναδικός πολιτισμός ο οποίος ακόμα και στις μέρες μας θεωρείται εφάμιλλος του Μινωικού. Με την κατάκτηση μάλιστα της Κρήτης από τον νέο αυτό πολιτισμό ο Ελλαδικός χώρος εισέρχεται σε μία νέα φάση δραστηριοτήτων. Σαν γεγονός μπορεί να σήμανε το τέλος της Κυριαρχίας των Μινωιτών στο Αιγαίο, σήμανε όμως την αρχή ενός ακόμη λαμπρότατου και μοναδικού πολιτισμού και συγκεκριμένα του Μυκηναϊκού που αναπτύχθηκε από το 1600 ως το 1100 π.Χ..

Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός διαφέρει αρκετά από τους προηγούμενους που είχαν αναπτυχθεί. Εδώ ο άνθρωπος έχει ως κύρια ασχολία την πολεμική τέχνη. Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται μέσα από τη ζωγραφική αλλά κι όλες τις τέχνες τις εποχής. Χαρακτηριστικό δείγμα της ασχολίας των ανθρώπων είναι φυσικά η Μυκηναϊκή Πανοπλία!

Ο πυρήνας αυτού του πολιτισμού ήταν οι Μυκήνες από όπου και πήρε το όνομα του! Η ανάπτυξη ήταν άμεσα συνδεδεμένη με αυτή των Μινωιτών κι έτσι ούτε εδώ έλειψαν τα περίλαμπρα οικοδομήματα. Η «Πύλη των Λεόντων» ήταν η κυρία είσοδος της Ακροπόλεως. Το όνομα της η πύλη το πήρε από τα λιοντάρια που απεικονίζονται στο ανάγλυφο στο κέντρο.


Ο Θησαυρός του Ατρέα

Ο «Θησαυρός του Ατρέα» χρονολογημένος το 1330 π.Χ. αποτελεί ένα θολωτό, βασιλικό τάφο. Προχωρώντας ακόμα πιο βαθιά παρατηρούμε πως κι εδώ ο άνθρωπος συνεχίζει να εκφράζεται με τοιχογραφίες. Η «Μυκηναία» είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα αυτών των τοιχογραφιών.

Ήδη από την περίοδο που οι Μυκήνες άρχισαν να εξελίσσονται και να μεγαλουργούν, είχαν εμφανιστεί διάφορες αριστοκρατικές οικογένειες. Ο Ταφικός Κύκλος Α αποτελεί εξέλιξη του Ταφικού Κύκλου Β και γενικά αποτελούσαν μνημειώδη κτίρια τα οποία οικοδομήθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως τάφοι!

Η Γραμμική Β αποτέλεσε σημείο αναφοράς στον Μυκηναϊκό κόσμο. Σωσμένες δεκάδες επιγραφές γραμμένες στην γλώσσα αυτή μας παραπέμπουν στην οργάνωση που υπήρχε στον συγκεκριμένο τόπο την συγκεκριμένη περίοδο κι αυτό διότι όλες οι επιγραφές έχουν καθαρά αρχειοθετικό χαρακτήρα. Η Γραμμική Β αποτελεί μια μοναδική γλώσσα. Λίγο μάλιστα πριν οι Μυκήνες εξελιχτούν χρονολογείται και ο Μοναδικός δίσκος της Φαιστού που βρέθηκε στο ομώνυμο μέρος στη Νότια Κρήτη και μέχρι τις μέρες μας δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί καθώς είναι γραμμένος σε μια Κρητική Ιερογλυφική Γλώσσα ίσως μητέρα της Γραμμικής Α! Εξέλιξη της Γραμμικής Α υπήρξε ίσως η Γραμμική Β!

Η κατασκευή Νεκρικών Προσωπείων στις Μυκήνες φαίνεται να μην ήταν τόσο ασυνήθιστη. Πολύτιμα υλικά όπως χρυσός ή το ασήμι αποτέλεσαν τις πρώτες ύλες για την δημιουργία τους. Οι Μυκηναίοι καταφέρνουν να χειρίζονται τα υλικά κι έτσι έχουμε μια σημαντική άνοδο στην κεραμική, τη μεταλλοτεχνία και την πλαστική. Το Αργυρό Ρυτό σε σχήμα Ταυροκεφαλής που αποτελεί ένα μοναδικό εύρημα και το οποίο χρονολογείται μεταξύ του 1.600 με 1.500 π.Χ., τα δαχτυλίδι της Τίρυνθας (1.500 – 1.400 π.Χ.) αποτελούν σημεία αναφοράς στην πορεία αυτού του Λαμπρού Πολιτισμού. Χαρακτηριστικά είναι και τα ειδώλια που κατασκευαζόντουσαν. Ένα εξ’ αυτών είναι και το πτηνόμορφο Μυκηναϊκό Ειδώλιο του 1.300 – 1.200 π.Χ..

Ίσως είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τις σχέσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ Ελλήνων και γειτονικών λαών το σίγουρο όμως είναι πως υπήρξαν! Στις Αιγυπτιακές Θήβες μια τοιχογραφία που απεικονίζει τους Κρήτες με τα δώρα χρονολογείται μεταξύ του 1.479 με 1.426 π.Χ.. Η τοιχογραφία αναπαριστά τους Κρήτες να πηγαίνουν δώρα για τον Φαραώ. Σίγουρα φαίνεται πως για τους Έλληνες είχαν μεγάλη σημασία τα δώρα. Αυτή τη φορά συναντάμε μια άλλη ξεχωριστή πομπή στο Παλάτι του Κάδμου στη Θήβα. Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα πως οι γυναίκες μεταφέρουν πολύτιμα αντικείμενα στα πλαίσια θρησκευτικής εορτής. Χρονολογείται γύρω στο 1.400 – 1.200 π.Χ..

Την ίδια περίοδο γίνεται η αργοναυτική εκστρατεία δηλαδή η εκστρατεία του Ιάσονα στη Κολχίδα ώστε να πάρει το Χρυσόμαλλο δέρας. Σαν γεγονός μέχρι τις μέρες μας εθεωρείτο τμήμα της Ελληνικής μυθολογίας ωστόσο πληθαίνουν οι ενδείξεις οι οποίες δείχνουν πως το γεγονός βασίζεται σε αληθινά κι όχι σε μυθολογικά στοιχεία.

Στην Θήβα περίπου το 1.300 με 1.200 π.Χ. θα συναντήσουμε ένα αγγείο της περιόδου το οποίο μας παραπέμπει σε μια διαφορετική ανάπτυξη από αυτές που είχαμε συναντήσει παλαιότερα. Την ίδια περίοδο το Παλάτι του Νέστορα γνωρίζει μεγάλη ακμή. Το 1.200 π.Χ. περίπου όμως φτάνει στο τέλος της απότομα καθώς το παλάτι καταστρέφεται από πυρκαγιά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διασωθούν τελικώς αρκετές επιγραφές οι οποίες κατάφεραν να αντέξουν μέχρι και τις μέρες μας και να φτάσουν τελικά στα χέρια μας ώστε να ερευνηθεί η γλώσσα αλλά κι η θρησκεία του Μυκηναϊκού Πολιτισμού!

Από το 1.300 π.Χ. αρχίζει σιγά σιγά η αντίστροφη μέτρηση και για αυτόν τον πολύτιμο πολιτισμό. Την ίδια χρονική περίοδο θα συναντήσουμε την αρχαιότερη γέφυρα στον κόσμο και η οποία στέκει μέχρι και τις μέρες μας, την "Γέφυρα του Αρκαδικού". Χτισμένη το 1.300 με 1.190 π.Χ. συνεχίζει μέχρι και σήμερα να στέκει υπερήφανη!


 Ο Τρωικός Πόλεμος κι ο Δούρειος Ίππος


Λίγο πριν την οριστική πτώση του Μυκηναϊκού Πολιτισμού και την ολοκληρωτική λήξη της Μυκηναϊκής Περιόδου, γύρω στο 1.200 με 1.100 π.Χ. έχουμε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα. Φυσικά μιλάμε για τον Τρωικό Πόλεμο! Ο Νεοπτόλεμος σκοτώνει τον Πρίαμο, ο Δούρειος Ίππος μπαίνει στην Τροία με αποτέλεσμα την άλωση της κι ο Μενέλαος έρχεται τελικώς σε επαφή με την Ελένη. Ο Νεοπτόλεμος είναι αυτός που αργότερα θα πάει στην Ήπειρο και χάρη σε αυτόν θα αναπτυχθεί ένα σημαντικότατο Ελληνικό βασίλειο, το Βασίλειο των Μολοσσών!

Το 1.100 π.Χ. πλησιάζει κι οι Μυκήνες πλέον έχουν χάσει την παλιά τους δόξα. Είναι γεγονός πως η χρήση του Σιδήρου ήταν τελείως άγνωστη μέχρι εκείνη την περίοδο. Σιγά σιγά όμως ο σίδηρος ξεκινά να δουλεύεται κι έτσι μπαίνουμε στο τέλος όχι μόνο της Μυκηναϊκής περιόδου αλλά και ολόκληρης της Εποχής του Χαλκού. Η πτώση των Μυκηνών θα σημάνει αυτόματα την έναρξη της Εποχής του Σιδήρου και την ίδρυση και ανάπτυξη σημαντικότατων πόλεων που θα φτιάξουν πολλούς περίλαμπρους πολιτισμούς. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός όμως θα καταφέρει να αφήσει τα σημάδια του μέσα στον χρόνο ώστε να θυμίζει πάντα την μοναδικότητα του!