Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Οι άθλοι του Ηρακλή



Δεν πέρασε πολύς καιρός από την ημέρα που ο Ηρακλής μπήκε στην υπηρεσία του Βασιλιά Ευρυσθέα και ο ηγεμόνας τού ανέθεσε τον πρώτο από τους δώδεκα άθλους που θα τον έκαναν αθάνατο.
«Οι κάτοικοι της Νεμέας είναι τρομοκρατημένοι» ανακοίνωσε μια μέρα ο Βασιλιάς στον Ηρακλή. «Ένα λιοντάρι τριγυρίζει στην περιοχή και κατασπαράζει όποιον και ό,τι βρεθεί στο δρόμο του. Πρέπει να βοηθήσεις αυτούς τους ανθρώπους. Πήγαινε στη Νεμέα, αντιμετώπισε το τέρας και σκότωσε το» τον διέταξε ο Ευρυσθέας.

Το θηρίο αυτό ήταν παιδί του Τυφώνα και της 'Εχιδνας, τηε θεάς που ήταν μισή γυναίκα και μισή ερπετό.
Ο Ηρακλής ξεκίνησε οπλισμένος με ένα τόξο και το ρόπαλο του. Μόλΐς έφτασε στην περιοχή της Νεμέας, βάλθηκε να ψάχνει για το τρομερό λιοντάρι. Επειτα από λίγο ανακάλυψε τη φωλιά του και ετοιμάστηκε για τη μεγάλη μάχη.

Το λιοντάρι της Νεμέας

Η αιματηρή πάλη δεν άργησε ν' αρχίσει. Μόλις ο Ηρακλής είδε το θηρίο να πλησιάζει, άρχισε να ρίχνει εναντίον του βέλη. Το πρώτο βέλος πέτυχε το στόχο του, αλλά δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Το ίδιο συνέβη και με το δεύτερο και με το τρίτο... Έκπληκτος ο Ηρακλής έβλεπε ότι τα βέλη του χτυπούσαν το λιοντάρι, αλλά, χωρίς να προκαλέσουν έστω και μια γρατζουνιά, έσπαγαν και έπεφταν στο έδαφος.
Εν τω μεταξύ το λιοντάρι, ακόμα πιο αγριεμένο, πλησίαζε απειλητικά τον ήρωα. 0 Ηρακλής χωρίς να χάσει λεπτό πέταξε το τόξο του και άρπαξε το ρόπαλο του αποφασισμένος να χτυπήσει το θηρίο με όλη του τη δύναμη. Όμως και αυτό το όπλο αποδείχτηκε τελείως άχρηστο. Όσο κι αν ο Ηρακλής χτυπούσε το λυσσασμένο ζώο, δεν κατάφερνε τίποτα άλλο παρά να το αγριεύει ακόμα πιο πολύ.
0 ήρωας είδε πως δεν είχε άλλη επιλογή, Επρεπε να παλέψει σώμα με σώμα με το πελώριο θηρίο. Το ζώο όρμησε με μίσος στον ήρωα. 0 ατρόμητος Ηρακλής, όμως, δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω και πάλεψε με όλες του τις δυνάμεις. Έπειτα από μια ηρωική μάχη, ο γιος του Δία κατάφερε να αρπάξει το ζώο από το λαιμό και να το στραγγαλίσει με τα δυνατά χέρια του. Εξαντλημένος από την υπεράνθρωπη προσπάθεια, ο Ηρακλής έπεσε σε βαθύ ύπνο που κράτησε τριάντα ολόκληρες μέρες.
Μόλις ο ήρωας άνοιξε τα μάτια του και θυμήθηκε την πάλη του με το τρομακτικό ζώο, αποφάσισε να επιστρέψει αμέσως στον Ευρυσθέα και να του αποδείξει το θρίαμβο του. Όταν, όμως, έφτασε στην πόλη των Μυκηνών, ο βασιλιάς δεν ήταν εκεί για να τον υποδεχτεί. 0 δειλός Ευρυσθέας, μόλις είδε από μακριά τον Ηρακλή να πλησιάζει σέρνοντας πίσω του το πτώμα του λιονταριού, φοβήθηκε τόσο πολύ, που έστειλε έναν υπηρέτη του να προλάβει τον Ηρακλή πριν περάσει τα τείχη της πόλης.
«0 βασιλιάς είδε την απόδειξη της νίκης σου από το παλάτι του. Δε χρειάζεται να μπει αυτό το τέρας μέσα στην πόλης είπε ο αγγελιαφόρος του Ευρυσθέα στον περήφανο Ηρακλή.

Η λεοντή του Ηρακλή

Αυτό, λοιπόν, ήταν το «ευχαριστώ» του Ευρυσθέα προς τον Ηρακλή που εκτέλεσε τις διαταγές του βασιλιά και έσωσε την περιοχή της Νεμέας βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή του. Δε δόθηκε ούτε ένα δείπνο προς τιμήν του ήρωα, και ο Ηρακλής επέστρεψε στο σπίτι του και έγδαρε μόνος του το ζώο.
Αυτή, όμως, η δουλειά αποδείχτηκε πολύ χρήσιμη. 0 Ηρακλής από τότε φορούσε συνέχεια το δέρμα του ζώου, τη λεοντή, που τίποτα δεν τη διαπερνούσε. Και αντί για περικεφαλαία, φορούσε το κεφάλι του λιονταριού.
Η αγνωμοσύνη του Ευρυσθέα, όμως, δεν πέρασε απαρατήρητη. 0 Δίας, θυμωμένος με το βασιλιά, θέλησε να αποδώσει δικαιοσύνη, αλλά πάνω απ' όλα θέλησε να τιμήσει το γιο του γι' αυτή την πρώτη του νίκη.
«0 θρίαμβος του Ηρακλή θα χαραχτεί για πάντα στον ουρανό ώστε να θυμίζει στους ανθρώπους τη δόξα του!» ανακοίνωσε αποφασιστικά ο πατέρας των θεών. Έτσι, κατέταξε το λιοντάρι που είχε νικήσει ο γενναίος Ηρακλής στους αστερισμούς του ζωδιακού κύκλου· είναι ο γνωστός αστέρι σμός του Λέοντα.

Η Λερναία' Υδρα

Απογοητευμένος από την απίστευτη επιτυχία του Ηρακλή με το γιγάντιο λιοντάρι, ο Ευρυσθέας αποφάσισε να αναθέσει στον ήρωα την εξόντωση ενός ακόμα τρομακτικού τέρατος: της Λερναίας Ύδρας.
«0 δεύτερος άθλος που πρέπει να φέρεις σε πέρας είναι να σκοτώσεις τη Λερναία 'Υδρα, ένα ακόμα φοβερό τέρας, παιδί κι αυτό της τρομακτικής Έχιδνας. θα την αναγνωρίσεις αμέσως. Είναι ένα γλοιώδες ερπετό με εννιά κεφάλια!»
Η Λερναία Ύδρα ζούσε κοντά στην πόλη του Άργους, κρυμμένη σε μια σπηλιά στη λίμνη Λέρνα. Είχε εννέα κεφάλια, τα οκτώ με τη μορφή δράκου, ενώ το ένατο ήταν ανθρώπινο και αθάνατο. Όταν η γιγάντια Ύδρα έβγαινε από τη φωλιά της, περιπλανιόταν στις πόλεις και τα χωριά της Αργολίδας και κατέστρεφε περιουσίες και κοπάδια. Αν κάποιος άτυχος διαβάτης τύχαινε να βρεθεί μπροστά της, έπεφτε νεκρός από τη δηλητηριώδη αναπνοή της.
Το τέρας αυτό είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής, αλλά κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί του. Άλλωστε, ακόμα κι αν κάποιος κατάφερνε να κόψει ένα από τα κεφάλια της, στη θέση του φύτρωναν αμέσωε άλλα δύο, ακόμα πιο δυνατά και απειλητικά από το πρώτο.

Η φωτιά του Ιόλαου

0 Ηρακλής έφτασε στη Λέρνα με ακόλουθο τον ανιψιό του Ιόλαο. Οταν ανακάλυψαν τη φωλιά της, ο Ηρακλής άρχισε να εκτοξεύει φλεγόμενα βέλη μέσα στη σπηλιά για να τρομάξει το τέρας και να το αναγκάσει να φανερωθεί.
Πράγματι, σε λίγη ώρα έκανε την εμφάνιση του το αποκρουστικό αυτό πλάσμα. Πίσω του ακολουθούσε ένα τεράστιο καβούρι. Η επίθεση του θηρίου ήταν γρήγορη. Με ένα απότομο τίναγμα ακινητοποίησε τον Ηρακλή κι ενώ πλησίαζε τα κεφάλια της για να τον σκοτώσει, το τεράστιο καβούρι τού πλήγωνε με τι ε δαγκάνες του τα πόδια.
0 γενναίος, όμως, γιος του Δια δε δείλιασε. Σκότωσε χωρίε δισταγμό πρώτα το καβούρι και έπειτα προσπάθησε να γλιτώσει από το τεράστιο τέρας που τον είχε παγιδεύσει με το φιδίσιο σώμα του. Κατάφερε να καρφώσει κάμποσες φορές το ξίφος του στη σάρκα της Λερναίας Ύδρας, αλλά, όταν προσπάθησε να κόψει τα κεφάλια της, ανακάλυψε πως, κάθε φορά που ένα κεφάλι έπεφτε στο έδαφοε, άλλα δύο νέα φύτρωναν και τον απειλούσαν.
Ευτυχώς, πάνω στη στιγμή που ο Ηρακλής θα έπεφτε σίγουρα θύμα τηε καταστροφικής μανίας της Ύδρας, είχε μια φαεινή ιδέα. θυμήθηκε την Αθηνά και τιε οδηγιες που του είχε δώσει λίγο πριν φύγει για την εκτέλεση αυτού του άθλου, όταν τον είχε δει να περπατά καμαρωτός και σίγουρος για τη νίκη του.«θυμήσου» του είχε πει «μόνο με τη φωτιά θα μπορέσεις να νικήσεις τα κεφάλια της Ύδρας που ξαναγεννιούνται». Τότε ο Ηρακλής ζήτησε από τον Ιόλαο να του φέρει ένα μεγάλο αναμμένο δαυλό.
«Μόλις εγώ κόβω ένα κεφάλι, εσύ αμέσως θα καίς την πληγή με το δαυλό» τον διέταξε.
Η μάχη ήταν σκληρή και εξοντωτική, αλλά στο τέλος οκτώ κεφάλια, το ένα μετά το άλλο, έπεσαν στο έδαφος και στη θέση τους το μόνο που υπήρχε ήταν οι κατακόκκινες φλόγες από το δαυλό του Ιόλαου. Τώρα, δεν έμενε στον Ηρακλή παρά να κόψει και το τελευταίο κεφάλι, το αθάνατο.
Η Ύδρα είχε πλέον νικηθεί και δεν μπορούσε να αντιδράσει. Είχε χάσει όλες τις δυνάμεις της.
Με ένα αποφασιστικό χτύπημα ο Ηρακλής έκοψε και το τελευταίο κεφάλι, το ανθρώπινο. Αντί για αίμα, από την πληγή έτρεξε δηλητήριο, στο οποίο ο ήρωας βούτηξε τα Βέλη του κάνοντάς τα δηλητηριώδη. Επειτα τα έβαλε στο σακίδιο του, μαζί με τα όπλα του, για να τα χρησιμοποιήσει μόνο σε περίπτωση απόλυτης ανάγκης. Πριν αναχωρήσουν για τις Μυκήνες, ο Ηρακλής και ο Ιόλαος έθαψαν όλα τα κεφάλια του τέρατος κάτω από έναν τεράστιο βράχο σε ένα μυστικό σημείο που κανείς ποτέ δε θα μπορούσε να φτάσει.   
Έπειτα από αυτή την αναμέτρηση, η Ήρα αποφάσισε να πάρει το γιγάντιο καβούρι που συνόδευε τη Λερναία Ύδρα και να το ανεβάσει στον ουρανό, δίπλα στο Λέοντα, για να το μεταμορφώσει στον αστερισμό του Καρκίνου. 

Το ελάφι της Κερύνειας

0 Ευρυσθέας δε θέλησε να αναγνωρίσει τη νίκη του Ηρακλή στο δεύτερο αυτό άθλο, μιας και, όπως είπε, δεν ήταν μόνος του, αλλά είχε τη βοήθεια του Ιόλαου. Στην πραγματικότητα, αυτό ήταν απλώς μια δικαιολογία για να μπορέσει σύντομα να τον στείλει σε μια ακόμα αποστολή, μακριά από τον ίδιο και την πόλη του.
«Πρέπει να φέρετε στιε Μυκήνες ένα ακόμα λάφυρο. Αυτή, όμως, τη φορά το θέλω ζωντανό!» τον διέταξε ο βασιλιάς με αλαζονεία.
0 νέοε άθλος του Ηρακλή αφορούσε το ελάφι τηε Κερύνειας, ένα υπέροχο ζώο με κέρατα από χρυσάφι και χάλκινες οπλές. Το ελάφι τριγυρ­νούσε στους βράχους της Κερύνειας, σε μια αφιλόξενη περιοχή τηε Αρκαδίας, και μερικές φορές πλησίαζε τα χωράφια των κατοίκων και κα­τέστρεφε τιε σοδειές τουε. 0 λόγος, όμως, που ο Ευρυσθέας ανέθεσε στον Ηρακλή να πιάσει το σπάνιο ελάφι ήταν άλλος. 0 βασιλιάς γνώριζε πωε το ζώο αυτό ήταν μοναδικό σε όλο τον κόσμο, καθώε είχε ολόχρυσα κέρατα!
Λέγεται μάλιστα ότι στην πραγματικότητα η ελαφίνα αυτή ήταν μια γυναίκα, την οποία η Αρτεμη είχε τιμωρήσει μεταμορφώνοντάς τη σε ελαφίνα, επειδή είχε τολμήσει να ερωτευτεί τον  Δία.
0 Ευρυσθέας, λοιπόν, επιθυμούσε με κάθε θυσία να αποκτήσει αυτό το εξαίσιο πλάσμα! Αλλωστε, δεν είχε πάψει να ελπίζει πως σε κάποια από τις δοκιμασίες ο Ηρακλής μπορεί και να έχανε τη ζωή του.

Το κυνήγι του ελαφιού

0 βασιλιάς των Μυκηνών ήξερε καλά πως, αν η ελαφίνα ένιωθε ότι κινδυνεύει, θα έτρεχε για να σωθεί διασχίζοντας κακοτράχαλα και βραχώδη εδάφη και φτάνοντας σε μέρη άγνωστα και επικίνδυνα. Αυτό που ο Ευρυσθέας δεν μπορούσε να φανταστεί ήταν πωε, στην προσπάθεια τηε να γλιτώσει, θα έφτανε ωε τα σύνορα του Κάτω Κόσμου, εκεί όπου βασιλεύει το σκοτάδι κι ο θάνατος, εκεί απ' όπου κανείε θνητός δεν επέστρεψε ποτέ.
Κυνηγώντας, λοιπόν, το πολύτιμο ελάφι ο Ηρακλής διέσχισε όλη την Αρκαδία. Πέρασε κοιλάδες, Βουνά, λόφους και πεδιάδες και έφτασε σε μέρη μακρινά και άγνωστα.
Τέλος, έπειτα από έναν ολόκληρο χρόνο ο Ηρακλής κατάφερε να πλησιάσει την ελαφίνα. Το σπάνιο ζώο προσπαθούσε να διασχίσει το ποτάμι που χώριζε τον κόσμο των ζωντανών από το βασίλειο του Άδη. 0 ήρωας, χωρίς να χάσει λεπτό, έριξε ένα βέλος και πλήγωσε ελαφρά το ελάφι στο πόδι. Έπειτα, καθώς εκείνο δεν μπορούσε να τρέξει, το πλησίασε και με ήρεμες κινήσεις έδεσε τα πόδια του και μετά το φόρτωσε στην πλάτη του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής του.

Ο Ερυμάνθιος κάπρος
Το όρος Ερύμανθος ήταν ιερό και αφιερωμένο στην Άρτεμης, την θεά του κυνηγιού. Όμως η θεά ήταν ευέξαπτη και πολύ συχνά θύμωνε με τους θνητούς και ιδιαίτερα με τους βασιλιάδες όταν αυτοί δεν την τιμούσαν όπως της άξιζε. Κάθε φορά που η Άρτεμης οργιζόταν με τουε ανθρώπους, έστελνε έναν πελώριο άγριοχοίρο που κατέστρεφε τα σπίτια και τα χωράφια τους.
Απελπισμένοι οι κάτοικοι τηε περιοχής που έβλεπαν κάθε τόσο τιε σοδειές τους να καταστρέφονται, επισκέφτηκαν τον Ευρυσθέα για να ζητήσουν Βοήθεια.
«Να ο επόμενος άθλος σου, Ηρακλή» είπε ο βασιλιάς στον ήρωα. «Σε διατάζω να αιχμαλωτίσετε αυτό το άγριο ζώο και να μου το φέρετε εδώ, στιε Μυκήνες, ζωντανό».
Στην πραγματικότητα, οι χωρικοί θα ήταν ικανοποιημένοι αν ο Ηρακλής απλώς σκότωνε τον αγριόχοιρο, αλλά ο Ευρυσθέας προσπάθησε για μια ακόμα φορά να κάνει τον άθλο πιο δύσκολο για το δύστυχο Ηρακλή. Είχε ακόμα την ελπίδα πως αυτή η δοκιμασία θα ήταν και η τελειωτική και πως ο γενναίος άνδρας θα έπεφτε νεκρός από την επίθεση του θηρίου.
Για να φτάσει στο όρος Ερύμανθος, ο Ηρακλής έπρεπε να διασχίσει την περιοχή στην οποία κατοικούσαν οι Κένταυροι.
Οι Κένταυροι ήταν παράξενα πλάσματα, μισοί άνθρωποι και μισοί άλογα. 'Ένας από αυτούς, ο Φόλος, που είχε ακούσει τις φήμες για τον ατρόμητο Ηρακλή, θέλησε να τον γνωρίσει από κοντά και τον κάλεσε να περάσει μια νύχτα στη σπηλιά του.
«Σύντροφοι, σήμερα έχουμε κοντά μας ένα δοξασμένο άνδρα, τον Ηρακλή, ατρόμητο πολεμιστή και τιμημένο ήρωα. θέλω να υψώσω το ποτήρι μου και να πιω στην υγειά του και στην καλοτυχία του μιας και πρέπει να πετύχει ένα ακόμα δύσκολο κατόρθωμα!» είπε ο Φόλος στους άλλους Κενταύρους.

Και λέγοντας αυτά τα λόγια, άνοιξε ένα μεγάλο ασκί με κρασί και ήπιε νια να ευχηθεί καλή τύχη στον καλεσμένο του.

Η μάχη με τους Κένταυρους
Οι Κένταυροι, που δεν ήταν συνηθισμένοι να πίνουν κρασί, δεν άργησαν να μεθύσουν από το γλυκό πιοτό και ζαλισμένοι άρχισαν να διαφωνούν για διάφορα ασήμαντα πράγματα. Οι διαφωνίες γρήγορα έγιναν καβγάς και λίγο αργότερα ο καβγάς μετατράπηκε σε βίαιη σύγκρουση που εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την περιοχή.
0 Ηρακλής βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα στους μαινόμενους Κενταύρους ανήμπορος να γλιτώσει από τα χτυπήματα τους. Και αυτή η αναπάντεχη μάχη εξελίχθηκε για τον Ηρακλή σε τραγωδία.
Πα να αμυνθεί από τα ανελέητα χτυπήματα των Κενταύρων, ο ήρωας τραυμάτισε χωρίς να το θέλει με ένα από τα δηλητηριώδη Βέλη του το Χείρωνα, έναν από τουε δασκάλους που είχε όταν ήταν νεαρός. Έπειτα από αρκετές ώρες φρικτών πόνων, ο Χείρωνας ξεψύχησε στην αγκαλιά του μαθητή του.
Την ίδια τύχη είχε και ο ευγενικός Φόλος, που, παρακινημένος από την περιέργεια του πήρε ένα από τα βέλη του Ηρακλή και καθώς το περιεργαζόταν τρυπήθηκε και πέθανε από το δηλητήριο. Την ώρα που έθαβε τουε δύο τιμημένουε Κενταύρους, ο Ηρακλής, για πρώτη φορά στη ζωή του, ένιωσε καυτά δάκρυα να κυλάνε στα μαγουλά του και λυγμούς να συνταράζουν το κορμί του.
«Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως με τα ιδιά μου τα χέρια θα μπορούσα και πάλι να προκαλέσω κακό σε αυτούς που μου είναι τόσο αγαπητοί. Δεν μπορώ να πιστέψω πωε πάλι έβλαψα αυτούε που αγαπώ, όπως είχα κάνει τότε που τρελαμένος έστρεψα τα όπλα μου ενάντια στα ίδια τα παιδιά και τη γυναίκα μου» έλεγε απελπισμένος ο ήρωας.

Η αιχμαλωσία του αγριόχοιρου
Αφού ο πόλεμος ανάμεσα στους Κενταύρους τελείωσε, ο Ηρακλής πήρε και πάλι το δρόμο για το όρος Ερύμανθος.  Έπειτα από μερικές ημέρες πεζοπορίας έφτασε στον προορισμό του και είδε το βουνό σκεπασμένο με χιόνι. Παρά το κρύο και το χιόνι, ο ήρωας άρχισε αμέσως το κυνήγι και έπειτα από πολλή προσπάθεια κατάφερε να αιχμαλωτίσει τον πελώριο αγριόχοιρο. Τον φορτώθηκε κι αυτόν στη γερή πλάτη του και ξεκίνησε για τις Μυκήνες. Όταν ο Ευρυσθέας έμαθε πως ο Ηρακλής είχε πάρει το δρόμο της επίστροφής για μια ακόμα φορά νικητής, έτρεξε αμέσως να κρυφτεί στο μυστικό του καταφύγιο. Αυτή τη φορά, όμως, ο ήρωας δε θα ανεχόταν τη δειλία του βασιλιά. Αφού έψαξε όλο το παλάτι για αρκετή ώρα, ανακάλυψε τον τρεμάμενο βασιλιά κρυμμένο σε ένα μεγάλο μπρούντζινο πιθάρι.
«Σε παρακαλώ, Ηρακλή» τον ικέτεψε ο άναδρος βασιλιάς «πάρε αυτό το θηρίο μακριά μου. Δε θέλω να το δω και δεν πρόκειται να βγω από εδώ αν πρώτα δεν το σκοτώσειε».
Έτσι ο Ηρακλής, που είχε περπατήσει πολλά χιλιόμετρα με το θηρίο οχις πλάτες του, αναγκάστηκε για άλλη μια φορά να υπακούσει τις διαταγές του φοβητσιάρη βασιλιά και να σκοτώσει τον αγριόχοιρο.

Οι Στυμφαλίδες όρνιθες
Σε μια μακρινή περιοχή της Αρκαδίας απλωνόταν η λίμνη Στυμφαλία και γύρω της ένα πυκνό δάσος. Εκεί, πάνω στα δέντρα ζούσαν χιλιάδες τερατώδη πουλιά με νύχια, ράμφη και φτερά από χαλκό.
Λεγόταν μάλιστα πως κάθε φορά που πετούσαν στον ουρανό τα πουλιά αυτά επικοινωνούσαν με τον Κάτω Κόσμο. Και πράγματι, πολύ συχνά τα τεράστια αυτά πλάσματα πετούσαν μαζί σε σμήνη και σκοτείνιαζαν τον ουρανό με τα πελώρια μεταλλικά φτερά τους.
Σύμφωνα με το μύθο, πι πουλιά αυτά ανήκαν στον Άρη, τον τρομερό θεό του πολέμου, ο οποίος τα χρησιμοποιούσε για να καταστρέφει τις σοδειές και να εξοντώνει τους ανθρώπους. Τα πουλιά τρέφονταν με ανθρώπινες σάρκες και για να
βρουν τροφή χρησιμοποιούσαν τα μυτερά ράμφη τους. Με αυτά τραυμάτιζαν θανάσιμα τα θύματα τους και μετά με τα χάλκινα νύχια τους έσκιζαν τις σάρκες τους.
Αυτή, λοιπόν, ήταν μια ιδανική δοκιμασία για τον ατρόμητο Ηρακλή και ο Ευρυσθέας αποφάσισε να του την αναθέσει χωρίε δεύτερη σκέψη. «Ηρακλή, αφού επέστρεψες θριαμβευτής από όλες τις δοκιμασίες που σου ανέθεσα μέχρι σήμερα, θα ήθελα να αναλάβεις άλλη μία, για την οποία, αν τα καταφέρεις, θα σου είμαι αιώνια ευγνώμων.
Πρέπει να απελευθερώσεις εμένα και το λαό μου από τα φοβερά πουλιά που κατοικούν στην περιοχή της Στυμφαλίας. Δεν μπορώ να ανεχτώ την παρουσία τους εκεί. Κάθε φορά που πετούν στον ουρανό, νιώθω το θάνατο να με απειλεί».
0 Ηρακλής, υπακούοντας και πάλι στίς διάταγές του βασιλιά, πήγε στη Στυμφαλία, ανέβηκε ένα ύψωμα και άρχισε να χτυπά τα χάλκινα κρόταλα που του είχε δωρίσει η Αθηνά. Τρομοκρατημένα τα πουλιά από τον παράξενο ήχο, πετάχτηκαν από τις φωλιές τους και άρχισαν να πετούν σαστισμένα στον ουρανό. Εκείνη τη στιγμή ο Ηρακλής πήρε το τόξο και με τα βέλη του σκότωσε τα τερατώδη πτηνά που έπεφταν ένα ένα νεκρά στο χώμα.
Ως απόδειξη του κατορθώματός του ο Ηρακλής έφερε στο παλάτι ίου βασιλιά τα πτώματα των σαρκοφάγων πουλιών, περιμένοντας πως αυτή τη φορά θα γινόταν δεκτός με τις τιμές που αρμόζουν σε ένα νικητή.
Φυσικά, για άλλη μια φορά ο Ευρυσθέας είχε ξεχάσει τελείως την υπόσχεση που του είχε δώσει και παρέμεινε κρυμμένος στο παλάτι του για μέρες χωρίς να πει λέξη στον ατρόμητο ήρωα.

Οι σταύλοι του Αυγεία
0 Αυγείας ήταν ο βασιλιάς της 'Ηλιδας, που βρισκόταν στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου. 0 ηγεμόνας αυτός ήταν γιος του Ήλιου και είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του πάρα πολλά κοπάδια.
0 βασιλιάς δεν είχε αναθέσει ποτέ σε κανένα να καθαρίσει τους στάβλους όπου ζούσαν τα κοπάδια του. Ετσι, η κοπριά που είχε συγκεντρωθεί από τα χιλιάδες ζώα μόλυνε όλη την περιοχή και προκαλούσε ένα σωρό αρρώστιες στους κατοίκους της. Για το λόγο αυτό, ο Ευρυσθέας διέταξε τον Ηρακλή να πάει στην 'Ηλιδα και να καθαρίσει τόυε βρομερούς στάβλους του Αυγεία. Αυτός θα ήταν και ο έκτος άθλος του.
«Να θυμάσαι πως δεν πρέπει να σε βοηθήσει κανένας και κυρίως πως θα πρέπει να κάνει ε αυτό το κατόρθωμα σε μία μόνο μέρα. Μέχρι τη δύση του ήλιου θέλω να έχετε επιστρέψει στις Μυκήνες!» διέταξε ο βασιλιάς.
Όταν έφτασε στο βασίλειο του Αυγεία, ο Ηρακλής πηγε στον Αυγεία και του πρόσφερε τις υπηρεσίες του με αντάλλαγμα το ένα δέκατο των κοπαδιών του. 0 βασιλιάς σκέφτηκε για λίγο και τελικά δέχτηκε την προσφορά, αφού στο κάτω κάτω δεν είχε και τίποτα να χάσει. Η συμφωνία ανάμεσα στον Αυγεία και τον Ηρακλή έγινε μπροστά στο νεότερο γιο του βασιλιά, το Φυλέα, και, μόλιε οι δύο άνδρες έδωσαν τα χέρια, ο ήρωας έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά.
Έπειτα από μερικές ώρες σκληρής και κουραστικής δουλειάς, ο Ηρακλής κατάλαβε πως δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τον άθλο του σε μία μόνο μέρα. Έτσι, έπειτα από σκέψη αποφάσισε να κάνει κάτι πολύ πιο αποτελεσματικό.
Με την υπεράνθρωπη δύναμη του άνοιξε μια τρύπα στον τοίχο των στάβλων. Έπειτα με πρόχειρα φράγματα έστρεψε τη ροή των δύο γειτονικών ποταμών, του Αλφειού και του Πηνειού, προς τους στάβλους και άφησε τα ορμητικά νερά τους να τρέξουν μέσα. Σε λίγη ώρα και πολύ πριν την ορισμένη προθεσμία, τα νερά των ποταμών είχαν παρασύρει όλες τις ακαθαρσίες και οι στάβλοι ήταν πεντακάθαροι.
Όταν, όμως, ο Ηρακλής παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά για να ζητήσει τη συμφωνημένη αμοιβή, πήρε μια απογοητευτική απάντηση.
«Μπορεί να έκανες αυτό που υποσχέθηκες σε μία μόνο μέρα, αλλά εγώ δεν έχω σκοπό να σε ανταμείψω γι' αυτό.  Έχετε έναν αφέντη και αυτός σε έστειλε εδώ. Γύρνα αμέσως στο βασιλιά σου και μην τολμήσεις να ξαναπατήσεις το πόδι σου στην 'Ηλιδα» του είπε με ασέβεια ο Αυγείας.
Ο Ηρακλής έφυγε από την 'Ηλιδα οργισμένος και ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση για την ατιμία του βασιλιά. Επιστρέφοντας στίς Μυκήνες, η απογοήτευση και η οργή του μεγάλωσαν, μιας και ο Ευρυσθέας, όπως συνήθως, δεν έδειξε την παραμικρή ένδειξη ευγνωμοσύνης.
«Σε πλήρωσε ο Αυγείας για τις υπηρεσίες σου;» ρώτησε ειρωνικά ο ασεβής βασιλιάς. «Ελπίζω να το έκανε, γιατί από εμένα δεν πρόκειται να λάβεις τίποτα, αγαπητέ Ηρακλή!» Ο ήρωας ένιωσε προδομένος. Είχε πια καταλάβει πως ο Ευρυσθέας δεν είχε σκοπό να αναγνωρίσει καμία από τις γενναίες πράξεις του ούτε να του δείξει ποτέ ευγνωμοσύνη. Ηταν, όμως, αποφασισμένος να παραμείνει στην υπηρεσία του άθλιου αυτού ηγεμόνα ώστε να εκπληρώσει και τους δώδεκα άθλους. Έπειτα, χωρίε καμία θλίψη θα άφηνε για πάντα το βασίλειο των Μυκηνών.
   

Ο ταύρος του Μίνωα


Ο  Μίνωας, ο βασιλιάς της Κρήτης, έπρεπε να πείσει τους αδελφούς του πως ήταν ο μόνος νόμιμος κληρονόμος του θρόνου. Εκείνοι, όμως, τον αμφισβητούσαν και έτσι ο Μίνωας έπρεπε να αποδείξει πως αυτός ήταν ο εκλεκτός των θεών και άρα ο μόνος νόμιμος βασιλιάς.
«θα ζητήσω από τον Ποσειδώνα ένα θεϊκό δώρο και θα δείτε πωε οι Ολύμπιοι θεοί, που μόνο εμένα αναγνωρίζουν ως Βασιλιά της Κρήτης και απόλυτο ηγεμόνα του νησιού, θα ικανοποιήσουν αμέσως την επιθυμία μου» τους είπε με σιγουριά.
Έτσι ο Μίνωας προσευχήθηκε στον Ποσειδώνα, το θεό της θάλασσας, και του ζήτησε κάτι πραγματικά εκπληκτικό!
«Άρχοντα τηε θάλασσας, σε ικετεύω, κάνε το θαύμα σου! Κάνε να γεννηθεί μέσα από τα γαλανά νερά της θάλασσας ένας κάτασπρος ταύρος! Ως αντάλλαγμα γι'αυτή τη γενναιοδωρία σου υπόσχομαι πως θα τον θυσιάσω αμέσως στο βωμό σου!
Μόλΐς, όμως, ο Μίνωας αντίκρισε τον ολόλευκο ταύρο να ξεπροβάλει περήφανοε μέσα από τα αφρισμένα κύμαια, ξέχασε την υπόσχεση που είχε δώσει στο θεό και αποφάσισε να κρατήσει το θαυμάσιο αυτό ζώο για τον εαυτό του. Για να εξευμενίσει, όμως, τον Ποσειδώνα, θυσίας προς τιμήν του ένα άλλο ζώο, λιγότερο όμορφο και δυνατό. 0 Ποσειδώνας, όμως, δεν ικανοποιήθηκε από αυτή τη θυσία. 0 βασιλιά του είχε τάξει το λεύκο ταύρο κι όχι ένα οποιοδήποτε ζώο.

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Η Αργοναυτική Εκστρατεία


















Πολύ πριν από τον Τρωικό πόλεμο, στην εποχή του Ηρακλή και του Θησέα, γεννήθηκε ο μύθος της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Ήταν μια αναζήτηση για το χρυσόμαλλο Δέρας, που ο θρύλος έλεγε ότι ανήκε στο χρυσόμαλλο ιπτάμενο κριάρι που μετέφερε τον Φρίξο και την Έλλη μακριά από τον Ορχομενό. Όταν ο Φρίξος δώρισε το δέρμα του κριού στον βασιλιά της Κολχίδας, δεν φανταζόταν ότι μερικά χρόνια αργότερα θα ξεκινούσαν από την Ιωλκό της Θεσσαλίας όλοι οι μεγάλοι ήρωες της μυθολογίας με επικεφαλής τον Ιάσονα, για να πάρουν το βραβείο αυτό από τα χέρια του βασιλιά Αιήτη. Ούτε κι ο βασιλιάς της Κολχίδας φανταζόταν ότι η ίδια του η κόρη, η μάγισσα Μήδεια θα συμμαχούσε με τους εισβολείς.  
Ο Ιάσονας ξεκίνησε από την Ιωλκό με σκοπό να ανακτήσει τον θρόνο του πατέρα του από τον σφετεριστή θείο του, Πελία. Ωστόσο η περιπέτεια που έζησε, συναντώντας κακουχίες, τέρατα,  θεϊκά στοιχεία της φύσης, αλλά και και την κυκλοθυμία των θεών, ήταν πολύ πάνω από από τις προσδοκίες του και τον έκανε έναν από τους πιο αγαπητούς ήρωες. Το μυθικό πλοίο Αργώ και οι Αργοναύτες ταξιδεύουν ακόμα και στις μέρες μας, μέσα από ιστορίες και μύθους που διαδίδονται από εκείνα τα χρόνια.
http://www.gargalianoi.com/wp-content/uploads/2013/01/49023-532-11-960.jpg 

 01 Η καταγωγή και ανατροφή του Ιάσονα
Στη Θεσσαλία, στην Ιωλκό, το σημερινό Βόλο, ζούσαν δυο αδέρφια: ο Πελίας και ο Αίσωνας, γιοι του Ποσειδώνα κι από βασιλική γενιά: Την Ιωλκό είχε χτίσει ο βασιλιάς Κρηθέας που παντρεύτηκε την Τυρώ και απόκτησε μαζί της τον Αίσωνα. Όταν όμως ο Κρηθέας πέθανε ο Ποσειδώνας αγάπησε την Τυρώ και απόκτησε μαζί της έναν γιο τον Πελία. Έτσι ο Αίσωνας κι ο Πελίας είχαν την ίδια μάνα αλλά διαφορετικό πατέρα. Όταν λοιπόν ο Αίσωνας κατέλαβε δικαιωματικά τον θρόνο, παντρεύτηκε την Πολυμήδη κι έκαναν έναν γιο τον Ιάσονα. Όμως ο Πελίας που δεν μπορούσε να χωνέψει ότι ο αδερφός του ήταν βασιλιάς κατάφερε να μαζέψει στρατό και να διώξει τον αδερφό του από την πόλη. Ο Ιάσονας έλειπε όταν ο Πελίας σφετερίστηκε τον θρόνο. Ζούσε τότε στο κοντινό Πήλιο, το βουνό των Κενταύρων, όπου την ανατροφή του είχε αναλάβει ο παιδαγωγός Κένταυρος Χείρωνας. Όσο απότομοι και βίαιοι ήταν οι άλλοι Κένταυροι άλλο τόσο πράος και μορφωμένος ήταν ο Χείρωνας. Δεν έπαιζε μονάχα τη λύρα, αλλά και γνώριζε όλα τα βουνίσια βότανα μ’όλες τους τις χάρες και μαζί την τέχνη να γιατρεύει τους αρρώστους. Κοντά του πολλοί νέοι και μελλοντικοί ήρωες, μάθαιναν τους καλούς τρόπους, το θάρρος, την εγκράτεια, την πολεμική τέχνη και πλήθος από χρήσιμες επιστήμες. Όταν έμαθε ο Ιάσονας ποιας αδικίας θύμα στάθηκε ο πατέρας του, θέλησε να πάει στην Ιωλκό να σκοτώσει τον θείο του. Μα ο Χείρωνας τον έκανε να αλλάξει γνώμη και του είπε πως η εκδίκηση βρίσκεται στα χέρια των θεών. Άσε που ήταν και πολύ νέος ακόμα για μια τέτοια υπόθεση.

 02 «Φυλάξου από τον Μονοσάνδαλο»
Όταν έγινε πια άντρας, ο Ιάσονας πήγε στην Ιωλκό χωρίς να το αποκαλύψει σε κανένα. Ήταν παράξενα ντυμένος. Είχε το κορμί σκεπασμένο με προβιά πάνθηρα, βάσταγε κοντάρι στο κάθε του χέρι και το αριστερό του πόδι ήταν χωρίς σανδάλι. Ο Ιάσονας καθώς πλησίαζε στην Ιωλκό είχε συναντήσει μια ανήμπορη γριούλα στις όχθες από τον ποταμό Άναυρο, που ήθελε να περάσει απέναντι. Χωρίς να το πολυσκεφτεί την πήρε στις πλάτες του, μπήκε μέσα στα ορμητικά νερά και με σχετική ευκολία την πέρασε απέναντι χωρίς αυτή καν να βραχεί. Το μόνο που έπαθε ήταν ότι μέσα στα νερά του ποταμού χάθηκε το ένα του σανδάλι. Η ανήμπορη γριούλα βεβαίως δεν ήταν αυτό που φαινόταν. Ήταν η ίδια η θεά Ήρα που ήθελε να τον δοκιμάσει. Έτσι παρουσιάστηκε μπροστά του με όλη της την μεγαλοπρέπεια και του υποσχέθηκε ότι από τότε και στο εξής θα ήταν προστάτιδά του. Για τον λόγο αυτό ο Ιάσονας μπήκε μέσα στην πόλη της Ιωλκού με μόνο ένα σανδάλι.
Έτσι έφτασε στην δημόσια πλατεία ακριβώς επάνω στην ώρα που ο Πελίας ετοιμαζόταν να κάνει θυσία στους θεούς. Ο Πελίας δεν γνώρισε τον ανιψιό του κι ωστόσο φοβήθηκε. Γιατί κάποτε ένας χρησμός τον συμβούλεψε να φυλάγεται από τον μονοσάνδαλο! Φώναξε λοιπόν κοντά του το παλικάρι και τον ρώτησε, αν ήταν βασιλιάς ποια τιμωρία θα έβαζε σε έναν από τους πολίτες του που θα έκανε σε βάρος του συνομωσία. Χωρίς να διστάσει ο μονοσάνδαλος Ιάσονας αποκρίθηκε πως θα τον έστελνε να του φέρει το «Χρυσόμαλλο Δέρας», δηλαδή την χρυσόμαλλη προβιά. Έδωσε έτσι την αφορμή στον Πελία να τον στείλει να φέρει το χρυσόμαλλο δέρας πίσω στην Ιωλκό, ώστε να δείξει ότι είναι άξιος για τον θρόνο. 

 03 Το χρυσόμαλλο δέρας
Τι ήταν όμως αυτό το χρυσόμαλλο δέρας, έτσι λαχταριστό κι έτσι επικίνδυνο για να το αποκτήσει άνθρωπος; Η ιστορία του ήταν πολύ γνωστή στην Ιωλκό και να γιατί: Πριν από κάμποσα χρόνια ο Αθάμας, βασιλιάς στον Ορχομενό της Βοιωτίας, είχε δύο παιδιά, τον Φρίξο και την Έλλη, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Τα είχε και τα δύο από την πρώτη του γυναίκα τη Νεφέλη. Εκείνη όμως πέθανε νέα, η δεύτερη γυναίκα του όμως, η Ινώ μισούσε τα δυο παιδιά και στοχάστηκε να βρει τρόπο να τα σκοτώσει, ώστε να πάρουν τα δικά της παιδιά το βασίλειο. Έβαλε λοιπόν τις γυναίκες του τόπου να καψαλίσουν κρυφά το σιτάρι που ήταν να σπαρθεί. Και φυσικά το στάρι δεν φύτρωσε. Έστειλε τότε ο Αθάμας απεσταλμένους στους Δελφούς να ρωτήσουν το μαντείο του Απόλλωνα για ποια αιτία τους βρήκε μια τέτοια συμφορά. Η Ινώ εξαγόρασε τους απεσταλμένους, που γύρισαν φέρνοντας ψεύτικη απάντηση. Προσποιήθηκαν πως οι θεοί τάχα ήταν θυμωμένοι και ζητούσαν ανθρώπινη θυσία: τα θύματα για να εξευμενιστούν οι θεοί έπρεπε να είναι ο Φρίξος και η Έλλη.
Ευκολόπιστος ο Αθάμας, ετοιμάστηκε να κάνει την υπέρτατη θυσία. Η μητέρα τους όμως η Νεφέλη μεσολάβησε στον Δία κι εκείνος έστειλε ένα φτερωτό κριάρι με χρυσό μαλλί, που πήρε τα δύο παιδιά στην πλάτη του και τα σήκωσε ψηλά στον αέρα. Έτσι ο Φρίξος και η Έλλη άφησαν τη Βοιωτία για να ξεφύγουν από το θάνατο. Στο δρόμο όμως η Έλλη έπεσε από το κριάρι. Πνίγηκε στο στενό πορθμό που χωρίζει την Ευρώπη από την Ασία και πήρε από τότε το όνομά της: Ελλήσποντος, δηλαδή η θάλασσα της Έλλης. Ο Φρίξος έφτασε σώος στην Κολχίδα, στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας, σ’ένα βασίλειο που γειτονεύει με τον Καύκασο. Ο βασιλιάς της Κολχίδας Αιήτης καλωσόρισε τον Φρίξο και του έδωσε για γυναίκα του την κόρη του, Χαλκιόπη. Ο ίδιος ο Αιήτης ήταν γιος του θεού Ήλιου και μητέρα του η Περσηίδα. Ο Αιήτης είχε και δύο αδελφές.  Η μια ήταν η μάγισσα Κίρκη και η άλλη ήταν η Πασιφάη, η γυναίκα του πασίγνωστου βασιλιά της Κρήτης, του Μίνωα.
Για να δείξει την ευγνωμοσύνη του, ο Φρίξος θυσίασε το κριάρι στο Δία και πρόσφερε τη θαυμαστή προβιά στην Αιήτη. Αυτός την κρέμασε αφιέρωμα στο ιερό δάσος του Άρη, επάνω σε μια βελανιδιά όπου θα την φυλούσε μέρα και νύχτα ένας τρομερός δράκος. Τούτο λοιπόν το χρυσόμαλλο Δέρας έπρεπε να πάρει ο Ιάσονας σύμφωνα με τη διαταγή του Πελία.

 04 Η προετοιμασία για την εκστρατεία
Ο Ιάσονας λοιπόν, δεν μπορούσε παρά να αποδεχτεί να επιχειρήσει αυτόν τον άθλο, ώστε να αποδείξει την αξία του και στο λαό της Ιωλκού. Αρχικά έπρεπε να σκαρώσει ένα καράβι και να βρει συντρόφους που θα τον συνόδευαν στο μακρύ ταξίδι στην Κολχίδα. Ωστόσο σ’αυτό το τελευταίο δεν είχε καθόλου πρόβλημα αφού μόλις έστειλε κήρυκες σε όλη την επικράτεια, όλοι οι νέοι Έλληνες ήρωες έτρεξαν στο κάλεσμα του Ιάσονα. Η ίδια η θεά Αθηνά τους έμαθε την τέχνη να συναρμολογήσουν τα κομμάτια για ένα μεγάλο και γερό καράβι. Τους έδωσε μάλιστα και ένα θαυμάσιο κομμάτι ξύλο για να φτιάξουν την πλώρη: από την θαυματουργή βελανιδιά της Δωδώνης, που με τη μεσολάβηση του Δία έδινε χρησμούς. Εκείνο το κομμάτι του ξύλου είχε το χάρισμα του λόγου. Το καράβι το ονόμασαν «Αργώ» προς τιμήν του Άργου που ήταν ο υπεύθυνος για την κατασκευή του και σήμαινε λαμπρό, φωτεινό. Η Αργώ πρωτομπήκε στα νερά του λιμανιού των Παγασών. Η επίσημη θυσία έδωσε ευοίωνες προβλέψεις. Κι άρχισε τότε ένα μεγάλο ταξίδι, από νησί σε νησί, από σκάλα σε σκάλα, ταξίδι αβέβαιο, γεμάτο λοξοδρομίες, γιατί ο Ιάσονας και το πλήρωμά του δεν γνώριζαν με σιγουριά ποιο δρόμο έπρεπε να ακολουθήσουν.
Οι σύντροφοι του Ιάσονα, οι Αργοναύτες ήταν όλοι τους ξακουστοί ήρωες. Ανάμεσά τους ήταν ο Ηρακλής, ο Θησέας, οι Διόσκουροι της Σπάρτης Κάστορας και Πολυδεύκης, οι Διόσκουροι της Μεσσηνίας Ίδας και Λυγκέας, ο Αγκαίος και η Αταλάντη από την Αρκαδία, ο Μελέαγρος, ο Ίδμωνας και ο Μόψος που ήταν και οι δύο μάντεις, οι γιοι του Αιακού Πηλέας και Τελαμώνας, ο Τίφυς, ο Αλκαίος, ο Ασκληπιός, τα δύο φτερωτά παιδιά του Βορέα από τη Θράκη ο Ζήτης και ο Κάλαης, ο πατέρας του Οδυσσέα Λαέρτης από την Ιθάκη, ο Ορφέας με τη μαγική του λύρα, ο Άδμητος, ο Φάληρος από την Αθήνα, ο Ίφυτος, ο Νέστορας, ο Γλαύκος, ο Ύλας, ο Άργος που λέγεται ότι ήταν γιος του Φρίξου και άλλοι πολλοί, πενήντα στον αριθμό, όσα και τα κουπιά της Αργούς.

 05 Η εκστρατεία ξεκινά
Η απώλεια του Ηρακλή
Η Αργώ όμως, παρόλο που έπλεε με ούριο άνεμο και με καλμαρισμένη θάλασσα φαινόταν αρχικά να μην κερδίζει ταχύτητα. Αντίθετα φαινόταν έτοιμη να βουλιάξει. Τότε ακούστηκε ένας ψίθυρος από το ιερό ξύλο στην πλώρη του πλοίου. Και η φωνή είπε «Ο λόγος που δεν κινείται το πλοίο Αργοναύτες, είναι επειδή στενάζει από το θεϊκό βάρος του Ηρακλή». Ο Ηρακλής αν και επιθυμούσε να ζήσει την περιπέτεια της Αργοναυτικής εκστρατείας και να βοηθήσει με την τρομερή του δύναμη τους Αργοναύτες, ωστόσο έκρινε πως θα έπρεπε να εγκαταλείψει την ιδέα αυτή, για όφελος όλης της αποστολής. Λίγο παρακάτω σε έναν όρμο που ονομαζόταν Αφέτες ο Ηρακλής αποβιβάστηκε από το πλοίο και χαιρέτησε όλους του υπόλοιπους Αργοναύτες, που λυπήθηκαν πολύ που έχαναν έναν τόσο σημαντικό ήρωα από την ομάδα τους. Ο όρμος αυτός ονομάστηκε γι’ αυτό το λόγο Αφέτες, επειδή στην ουσία ήταν και η αφετηρία της Αργοναυτικής εκστρατείας.
Οι Αργοναύτες και οι γυναίκες της Λήμνου
Μετά από μέρες ταξιδιού οι Αργοναύτες έφτασαν στη Λήμνο, όπου έμειναν κάμποσο διάστημα. Εκεί τους καλοδέχτηκαν οι γυναίκες του νησιού, που πριν από μερικά χρόνια είχαν σκοτώσει όλους τους άντρες του νησιού, επειδή εκείνοι τις κακομεταχειρίζονταν. Πάσχιζαν οι γυναίκες της Λήμνου και η πανέμορφη βασίλισσά τους Υψιπύλη να κρατήσουν τους Αργοναύτες στο νησί, όμως εκείνοι αποφάσισαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

 06 Δολίονες και Κύζικος
Ο Ιάσων θα σκοτώσει από λάθος τον βασιλιά Κύζικο
Ύστερα από ημέρες έφτασαν εκεί που ζούσαν οι Δολίονες, στην Κυζίκη της Προποντίδας. Εκεί ο βασιλιάς Κύζικος τους έκανε σπουδαίο τραπέζι και την επόμενη νύχτα οι Αργοναύτες σήκωσαν την άγκυρα για να φύγουν. Όμως σηκώθηκε τέτοια πυκνή καταχνιά που παρόλο που ταξίδευαν για πολλές ώρες νομίζοντας ότι απομακρύνθηκαν, εκείνοι έχασαν τον προσανατολισμό τους και χωρίς να το αντιληφθούν
επέστρεψαν και πάλι στην Κυζίκη. Μέσα στο σκοτάδι οι Δολίονες δεν κατάλαβαν ότι επέστρεψαν οι Αργοναύτες, πίστεψαν ότι δέχονταν επίθεση από πειρατές και άρχισαν την μάχη. Ο Κύζικος πολέμησε με γενναιότητα για να προστατέψει τον λαό του. Κάποια στιγμή μέσα στο σκοτάδι βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ιάσονα ο οποίος καθώς ήτανε πιο επιδέξιος στο ξίφος τον σώριασε κάτω νεκρό. Όταν η ομίχλη διαλύθηκε, αποκαλύφθηκε το τραγικό λάθος που είχε συμβεί. Όλοι τους θρηνήσανε και περισσότερο απαρηγόρητος ο Ιάσονας που έγινε άθελά του αιτία να σκοτωθεί ο γενναίος βασιλιάς. Ο Ιάσονας έκανε μεγαλόπρεπη κηδεία στο νεκρό Κύζικο. Τρεις ημέρες οι Αργοναύτες θρήνησαν, όπως απαιτούσε το έθιμο, για να τιμήσουν τον βασιλιά και τέλειωσαν με επικήδειους αγώνες.

 07 «Τον Ύλαν κραυγάζεις;»
Ο Ύλας ξελογιάστηκε από μια όμορφη Νύμφη
Σε μιαν άλλη ακτή, που συνάντησαν οι Αργοναύτες, έστειλαν μέσα στο δάσος τον Ύλα που προθυμοποιήθηκε να ψάξει να βρει πόσιμο νερό. Κάποια στιγμή όμως, καθώς περιπλανιόταν κοντά σε μια πηγή, ξεπήδησε από μέσα μια πανέμορφη νύμφη που τον ερωτεύτηκε και τον έπεισε να μείνει μαζί της. Οι Αργοναύτες που είδαν ότι ο Ύλας αργούσε αποφάσισαν να τον αναζητήσουν. Ιδιαίτερα επέμενε ο φίλος του Πολύφημος ο οποίος πρωτοστατούσε στις ομάδες αναζήτησης. Μετά από πολλές ώρες ο Ιάσονας αποφάσισε ότι θα ήταν πιο φρόνιμο να ξεκινήσουν χωρίς εκείνον, αλλά άφησαν στο μέρος εκείνο τον Πολύφημο να συνεχίσει να τον ψάχνει, με σκοπό να τους έβρισκαν και πάλι στο γυρισμό. Δεν γνώριζαν βέβαια τότε ότι δεν θα περνούσαν ποτέ ξανά από εκεί. Αργότερα ο Πολύφημος, που δεν είχε σχέση με τον Πολύφημο της Οδύσσειας, έκανε φίλους τους κατοίκους της περιοχής, όπου βασίλεψε για πολλά χρόνια…
Οι Αργοναύτες κατόπιν, έφτασαν στη Βιθυνία, όπου ζούσαν οι Βέβρυκες. Ο βασιλιάς τους Αμύκος, που ήταν και γιος του Ποσειδώνα προκαλούσε σε πάλη όλους τους ξένους που πέρναγαν από εκεί. Ο γιος του Δία, ο Πολυδεύκης, που βρισκόταν μαζί με τους άλλους στην Αργώ, δέχτηκε την πρόκληση. Και τον υπόταξε στην πάλη τόσο πολύ τον Άμυκο, που τον έκανε να υποσχεθεί να φέρεται καλύτερα στους φιλοξενούμενούς του από τότε και στο εξής.
 
08 Το νησί του Φινέα
Την άλλη μέρα, σηκώθηκε μεγάλη φουρτούνα. Κι αντί να πιάσει λιμάνι στο Βόσπορο, η Αργώ αναγκάστηκε να αράξει σε θρακικό ακρογιάλι. Έτσι βρέθηκαν στη χώρα του τυφλού μάντη Φινέα. Ο δύστυχος ήταν γιος του Ποσειδώνα κι είχε πάνω του μια βαριά κατάρα: κάθε φορά που φέρνανε μπροστά του τραπέζι με φαγητά ορμούσαν οι Άρπυες, φριχτά πουλιά με γυναικείο κεφάλι, που έπαιρναν ότι μπορούσαν να σηκώσουν και λέρωναν όσα έμεναν με κάθε τρόπο. Έτσι ο Φινέας κόντευε πια να πεθάνει της πείνας. Οι Αργοναύτες τον λυπήθηκαν. Οι γιοί του Βοριά, ο Ζήτης και ο Κάλαης, που είχανε φτερά δώρο του πατέρα τους, παραμόνευαν. Και μόλις έφτασαν οι Άρπυες, όρμησαν και τις πήραν στο κυνήγι μέχρι που τις εξάντλησαν και κατάφεραν να τις αιχμαλωτίσουν. Έτσι τις ανάγκασαν να υποσχεθούν ότι δεν θα ξαναενοχλούσαν τον Φινέα. Ο Φινέας γεμάτος ευγνωμοσύνη είπε στους Αργοναύτες: «Σε λίγο θα ανταμώσετε στο δρόμο σας δύο μεγάλα σκοτεινά και ψηλά βράχια. Είναι δύο πλεούμενες πέτρες. Από το γαλαζωπό τους χρώμα τις λένε Κυάνειες αλλά τις λένε και Συμπληγάδες Πέτρες γιατί μόλις κάνει να περάσει ανάμεσά τους πλεούμενο, πέφτουνε με ορμή η μία πάνω στην άλλη και το τσακίζουν αλύπητα. Δεν ξέρω, πρόσθεσε αν οι Μοίρες θα σας αφήσουν να περάσετε αυτό το εμπόδιο μα μπορείτε εύκολα να το νικήσετε. Να έχετε μαζί σας ένα περιστέρι. Κι όταν φτάσετε κοντά στις Συμπληγάδες, αμολήστε το να περάσει ολόισα μπροστά τους. Αν καταφέρει να περάσει αλώβητο, αυτό θα είναι σημάδι ότι δεν θα κινδυνέψετε. Μα αν τυχόν οι Συμπληγάδες το συνθλίψουν τότε παρατήστε τον σκοπό σας, γιατί οι Μοίρες δεν θα θέλουν να περάσετε»..